Το θαύμα της 6ης του Νοέμβρη


Χτες βράδυ ένα πραγματικό φάντασμα κι ένας πολιτικός αρχηγός άψυχος σα φάντασμα, στέκονταν στη μέση ενός χάους. Ενός χάους  που οι ίδιοι ανά καιρούς, ο καθένας με την δική του ξεχωριστή τακτική, είχαν προκαλέσει…


Κυριακή, 6 Νοεμβρίου, 2011.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα στην αυλή του προεδρικού μεγάρου...

Η άψυχη φιγούρα του Ανδρέα Παπανδρέου πέρασε με ελαφριά περπατησιά τον κήπο, στο μπροστινό μέρος του προεδρικού μεγάρου και σήμανε στο γιο του να πλησιάσει. Σε μια χορταριασμένη παραμεριά, κάπου ανάμεσα στο σιδηρούν κιγκλίδωμα και σε μιαν αράδα κυπαρίσια ήταν ν’ανταμώσουν μοιραία έπειτα από πολλά έτη οι σκιές τους. Ο γηραιός πρώην ηγέτης φορούσε σκούρο, μάλλινο πανοφώρι και μια καφετιά ρεπούμπλικα, με μαύρη κορδέλα, που ’γερνε στο δεξί αφτί. Το μούτρο του γιου του  ήταν χλωμό κι αξύριστο. Το αίμα σφυροκοπούσε στα μηνίγγια του αλλά όχι από τρόμο μπρος στη θέα του φαντάσματος, τουναντίον. Όπως όλοι οι κακότυχοι, είχε κι εκείνος την ανάγκη να διηγηθεί τη θλιβερή του ιστορία στον αγαπημένο γονέα του. Κοίταξε, λοιπόν, τον πατέρα του βαθιά στα μάτια αλλά τα βρήκε ψυχρά και σκληρά. Η ματιά του πατρός του τον ξεψάχνισε καθώς εκείνος ήξερε πολύ καλά τι σκόπευε να του αραδιάσει ο βλαστός του. Ο τελευταίος, από έλλειψη τόλμης, αναζητούσε στο βλέμμα του γέρου του κάποιο σημάδι που να’δειχνε μαλάκωμα για να ξεκινήσει τον λόγο του. Έψαξε επίμονα για οίκτο στο σμίξιμο λεπτών χειλιών αλλά στις γραμμές γύρω απ’το σφιγμένο, πατρικό στόμα δε βρήκε παρά μόνο σκληράδα.
Τριγύρω, έως και οι κορμοί απ’τις ψηλές δενδροστοιχίες είχαν πετάξει κλαδιά που’χαν απλώσει, είχαν πλεχτεί και είχαν αγκαλιαστεί μεταξύ τους λες κι έψαχναν τρόπο να ζεσταθούν μέσα στο κρύο. Ο γιος, βουρκωμένος, άνοιξε τόσο άγαρμπα τα χέρια του για αγκαλιά σα να’ταν έτοιμος να χορέψει ζεϊμπέκικο παρ’όλο που η όψη του έδειχνε ότι ήταν περισσότερο λιπόψυχος παρά σερέτης. Η μαγκιά δεν ήταν διόλου δικό του ίδιον αλλά του πατέρα του. Τον πατέρα του, το γέρο ετούτο, σαν άνοιγε κάποτε τα μπράτσα του τον φώναζαν “αετό” καθώς τον ζεϊμπέκικο τον χόρευε γιουρούκικα και ποτέ νηστικός από πιοτό. Σαν παράγγειλε, μάλιστα, στα ρεμπέτικα πάλκα τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη σηκωνόταν με κέφι, στριφογύριζε αργά, τσιμπούσε την τσάκιση του παντελονιού του και ξεσκόνιζε τα λουστραρισμένα σκαρπίνια του. Ο ζεϊμπέκικος ήταν ο μόνος χορός που τιμούσε απλώς διότι ήταν από’κεινους τους χορούς που  δε χορεύονταν με τα πόδια… χορεύονταν με την ψυχή. Ψυχή!... αυτό το μυστήριο συστατικό ήταν που έλειπε από το σώμα του νεαρότερου άνδρα που έφερε το βαρύ όνομά του. Ο τελευταίος είχε παραμείνει με τα χέρια μετέωρα εφόσον ο πατέρας του αφουγκράστηκε τη διαχυτικότητα και του’κοψε τη φόρα με μια κοφτερή χειρονομία. Τι απίστευτη στιγμή!... Ένα πραγματικό φάντασμα κι ένας πολιτικός αρχηγός άψυχος σα φάντασμα, στέκονταν στη μέση ενός χάους... Ενός χάους που οι ίδιοι ανά καιρούς, ο καθένας με τη δική του ξεχωριστή τακτική, είχαν προκαλέσει. Οι δυο τους, ενωμένοι με το ίδιο αίμα, έμειναν ακίνητοι να κοιτιώνται σαν στήλες άλατος ώσπου ένα πυκνό σύννεφο λευκού καπνού τους σκέπασε ολοκληρωτικά εξαγγέλοντας ταυτόχρονα μια χαρμόσυνη πτώση…

“Ο Βασιλιάς “απεβίωσε” την Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011. Ζήτω ο Βασιλιάς!”, βούιξε απ’έξω ο εξεγερμένος κόσμος γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι από φτωχός θα γίνει πάμφτωχος.


posted under |

1 σχόλια:

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

Αφού από μόνος του δεν έφευγε με τίποτε, μάλλον κάποιο πνεύμα θα'πρεπε να βάλει το χεράκι του...

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments