1953 μ.Χ.

Καθισμένο κατάχαμα στην άκρη του δρόμου και με τα κοκαλωμένα δαχτυλάκια του χωμένα μέσα στο μάλλινο ζωνάρι του, το αδύνατο αγόρι κοιτούσε την άμαξα που κατέβαινε τον λόφο και πλησίαζε ορμητικά. Ο αμαξάς μαστίγωνε τα εύρωστα άλογά του με μανία καθώς οι ρόδες του κάρου έγδερναν τον στενό, χωμάτινο δρόμο και μετέφεραν το ξύλινο όχημα μέσα σ’ένα παχύ σύννεφο σκόνης. Το βραχύσωμο αγόρι, που ήταν κουμπωμένο ως τον λαιμό, πετάχτηκε σαν ελατήριο απ’τη γωνίτσα που καθόταν και τίναξε τη βρωμιά του δρόμου απ’το τσαλακωμένο, φαρδύ παντελόνι του. Σήκωσε με τα δυο χέρια του το μισοκαμμένο φαναράκι του και κοίταξε εμβρόντητο. Δεν έβλεπε συχνά επισκέπτες μετά το σούρουπο σε τούτο τον, ξεχασμένο κι απ’το Θεό, πετρότοπο.
Η χειράμαξα σταμάτησε και το κουρελιασμένο παιδί έτρεξε αθόρυβα για να κρυφτεί πίσω από κάτι γερμένα χαμόδεντρα. Περίεργο και πλημμυρισμένο από νευρικότητα, παρακολουθούσε την απρόσμενη άφιξη μέσα από τη χαραμάδα μιας ξεραμένης φυλωσσιάς που όλο και λύγιζε από τ’άγριο φύσημα του βοριά. Τα λαχανιασμένα άλογα γεννούσαν καπνούς από τα φλογισμένα ρουθούνια τους και χλιμίντριζαν στο ρυθμό της ανάσας του μικρού αγοριού. Ο ρυτιδιασμένος αμαξάς έσφιξε μονομιάς τα γκέμια μέσα στις τεράστιες, αυλακωμένες χούφτες του και τα ζώα ηρέμησαν χτυπώντας σιωπηλά τον άνεμο με τις οπλές τους. Λίγο αργότερα η πόρτα της καμπίνας άνοιξε και μια κυρτή, αντρική φιγούρα ξεχύθηκε φευγαλέα στο αχνό φως του φεγγαριού.  Ο άντρας φορούσε μια βαριά κάπα, έφερε τραγίσια γενειάδα και παρ’όλη την ελαφρότητα του βηματισμού του κρατούσε μια χοντρή, ξυλοσκαλιστή μαγκούρα. Τα τραχιά, σγουρά μαλλιά του τινάχτηκαν στον αέρα σαν λοξοκοίταξε απ’τον ισχνό ώμο του και ξαφνικά αφράτες νιφάδες χιονιού άρχισαν να στροβιλίζονται στην παγωμένη ατμόσφαιρα. Ο άντρας γέλασε βροντερά χτυπώντας τη μαγκούρα του στο έδαφος και την ίδια στιγμή μια δυνατή λάμψη εμφανίστηκε στην κορυφή του λόφου. Έπειτα, ο ουρανός πύρωσε λες και βγήκε ο ήλιος για μια μόνο στιγμή και μ’έναν δυνατό κρότο έσβησε ξανά! Η άμαξα, ο άξεστος οδηγός κι ο άσπρος γέροντας είχαν εξαφανιστεί μαζί με την ανεξήγητη έκρηξη φωτός.
Το φτωχό αγόρι έγινε μάρτυς ενός πολύ αλλόκοτου γεγονότος κι επειδή δεν ήταν προικισμένο με εξαιρετική λογική έφτυσε τον κόρφο του τρεις φορές για να διώξει το κακό μακριά. Το δέρμα του είχε βαθιά διεσταλμένους πόρους και μιαν όψη κιτρινωπή, τα σκασμένα χείλη του ήταν χλωμά και μαύροι κύκλοι σκίαζαν ολόγυρα τα μαύρα, αχανή μάτια του. Ευθύς αμέσως έβγαλε από την τσέπη του σκουρόχρωμου σακακιού του ένα σαρακοφαγωμένο και μισοσκισμένο παλιό βιβλιαράκι. Τ’άνοιξε στην πρώτη σελίδα, το έφερε εμπρός στην αδύναμη φλόγα του φαναριού του και το μικρό, μυτερό πηγούνι του άρχισε να τρέμει καθώς το λεπτό στόμα του έψαλλε χαμηλόφωνα μια μικρή προσευχή με λαλιά ποτισμένη από το βαρύ ιδίωμα του τόπου του. Αυτό το λεπτό προσευχητάρι, μαζί με λίγες θολές αναμνήσεις μεσημεριανής κατήχησης, ήταν και η μόνη κληρονομιά που του’χε απομείνει. Όταν έγινε εφτά χρονών η μητέρα του και ο πατέρας του πέθαναν παραμονή Πρωτοχρονιάς πάνω σ’ένα γυμνό πάτωμα χαραγμένο από γυμνοπόδαρα, σ’ένα δωμάτιο με ξεχαρβαλωμένα πατζούρια που φωτιζόταν από μια στριφτή λάμπα πετρελαίου. Το ξύλινο σπιτάκι έπιασε φωτιά από την καπνισμένη ξυλόσομπα που έμενε να καίει ολονυχτίς κάθε βραδιά εκείνον τον αβάσταχτο χειμώνα.
Η μάνα πέθανε πρώτη.
                                         
- Φροντίστε το σπλάχνο μου, είπε.

Με βία τον περιμάζεψε ο γέρος μυλωνάς. Το ορφανό δούλεψε στον πετρόμυλο κι ανεβοκατέβαινε περπατητά τον λόφο φορτωμένο με πολλές οκάδες στάρι αρκετές φορές τη μέρα. Τι σκληρή ζωή για ένα εφτάχρονο παιδί!

Το αγόρι δάκρισε και σκούπισε τη μύτη του στο δεξί του μανίκι την ώρα που μια εκκωφαντική βροντή το έβγαλε από τις θλιβερές σκέψεις του παρελθόντος και το επανέφερε στην πραγματικότητα.  Αφού, λοιπόν, έκανε ευλαβικά τον σταυρό του, έχωσε το προσευχητάρι βαθιά μέσα στην τσέπη του σακακιού του και κίνησε τρέχοντας για το σπίτι του γερο μυλωνά. Κοντοζύγωνε η ώρα που ο τελευταίος θα γυρνούσε απ’το καπηλιό του χωριού με μύτη κατακόκκινη σα μελιτζάνα και τύφλα στο μεθύσι. Μόνο που όταν ο μικρός έφτασε σπίτι η πόρτα με τα χοντρά μαδέρια έχασκε ανοιχτή και μέσα δεν ήταν κανείς… ή μάλλον σχεδόν κανείς. Τρία λευκά περιστέρια φτερούγιζαν σ’ομόκεντρους κύκλους μπροστά από το πέτρινο τζάκι που ακόμη άχνιζε κι ανάδινε την αγνή ευωδιά του καμμένου ξύλου. Τα πουλιά τερέτιζαν σ’έναν πολύ γλυκό ρυθμό και παρ’όλο που το τζάκι ήταν σβήστο και δίχως ίχνος κούτσουρου στην πυροσιά η ατμόσφαιρα ήταν ασυνήθιστα ζεστή κι ευχάριστη… τόσο ευχάριστη μάλιστα που μαρτυρούσε αδιαμφισβήτητα θεία παρέμβαση.
Ένα εκτυφλωτικό φως γεννήθηκε στο κέντρο του δωματίου που ανάγκασε τα τρία πάλλευκα περιστέρια να πετάξουν αποπροσανατολισμένα προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Το ένα πέταξε, έπεσε μέσα στις στάχτες της παραστιάς κι έγινε μια μεγάλη, μαγική φωτιά που έκαιγε, δίχως ξερά καυσόξυλα, δυνατή και άσβηστη. Το δεύτερο πήγε και στάθηκε κάτω από το μικρό, θολωμένο παράθυρο κι έγινε ένα τεράστιο λαμπρό έλατο, στολισμένο με κάθε λογής παιχνίδια, κατσαρές γιρλάντες και πολύχρωμες μπάλες καμωμένες από πεντανόστιμα ζαχαρωτά. Το τελευταίο περιστέρι πήγε και κάθισε πάνω στην ξύλινη τάβλα του φτωχικού τραπεζιού κι έγινε ένα γιορτινό γεύμα τόσο νόστιμο και πλουσιοπάροχο που όμοιό του γεύονταν μόνον οι βασιλιάδες! Το αγόρι δεν πίστευε στα μάτια του. Τα’τριβε και τα ξανάτριβε, τα έκλεινε κι όταν τα ξανάνοιγε το δέντρο και τα φαγητά ήταν ακόμα εκεί! Χωρίς δεύτερη σκέψη έφαγε από τα καρικευμένα κρέατα, τα ζουμερά φρούτα και τα μοσχομυρωδάτα γλυκά μέχρι που χόρτασε την πείνα του κι έπαιξε με τα παιχνίδια έως που αφέθηκε κατάκοπο κι ευτυχισμένο στις ζεστές αγκάλες του Μορφέα.
Έξω από το καλύβι του μυλωνά η κυρτή ανδρική φιγούρα χτύπησε το ραβδί της στο έδαφος και μπήκε στη μυστηριώδη άμαξα μ’ένα βροντερό γέλιο. Ο θηριώδης οδηγός μαστίγωσε τα μυώδη άλογά του που άρχισαν να καλπάζουν χλιμιντρίζοντας με απίστευτη ταχύτητα. Σε λίγα λεπτά η άμαξα είχε ανέβει το γυμνό λόφο και είχε χαθεί στο πυκνό σκοτάδι.

Όταν ο μυλωνάς γύρισε σπίτι, λίγο πριν το ξημέρωμα της 1ης Ιανουαρίου του 1953, δεν είδε ούτε μαγικό έλατο, ούτε γιορτινό τραπέζι. Κι αυτό γιατί για να δεις ένα θαύμα δεν αρκούν μόνο τα μάτια... αλλά η πίστη και η αγνή ψυχή ενός μικρού παιδιού.


Χρυσούλα Μολογιάννη

Κείμενο αναδημοσιευμένο στον Πολιτισμό Πολίτη



3 σχόλια:

nic capone είπε...

eisai apla ekplhktikh!
nikos

Ανώνυμος είπε...

Πάνε χρόνια που ήμασταν τελευταία μικρά και αγνά παιδιά, ίσως γι'αυτό δεν βιώνουμε θαύματα πλέον, σωστά???
Φιλενάδα, πολύ καλό!!!
Ακριβή

Ανώνυμος είπε...

Πανέμορφο και τόσο παραστατικό...
Πραγματικά υπάρχουν θαύματα, αρκεί να πιστέψουμε.. Πολλά φιλιά με αγάπη. Καλές γιορτές φιλενάδα μου ΧΧΧ :):)
Νικόλ

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments