Τέττιξ και Τερψιχόρη



Η μούσα Τερψιχόρη ερωτεύτηκε παράφορα τον νεαρό βάρδο Τέττιγγα για τις μαγευτικές αφηγήσεις του και τον γλυκόλαλο ήχο της ξακουστής λύρας του. Ο ρομαντικός ποιητής περιπλανιόταν στην ύπαιθρο ώρες ατέρμονες ρουφώντας την ομορφιά και την επικινδυνότητα των τοπίων που συναντούσε για να εμπνευστεί παιγνιώδεις μύθους, ένδοξα ηρωικά έπη και για να στοιβάξει ζωντανές εικόνες με επίζηλες ταξιδιωτικές εμπειρίες στις πολυθρύλητες περγαμηνές του. Ο Τέττιξ αγάπησε την Τερψιχόρη όπως κανείς άλλος και την εξύμνησε στα τραγούδια του ως τα έσχατα με φωνή στεντόρεια και πάθος ασίγαστο. Όταν εκείνος άφησε την τελευταία πνοή του κάτω απ’τον βαρύ ίσκιο μιας ελιάς, υμνολογώντας σαγηνευμένος τα κάλη του βλογημένου δέντρου δίχως τροφή και νερό επί ημέρες και νύχτες τέσσερεις, η μούσα έκλαψε γοερά κι απαρηγόρητα μέχρι που ο θρήνος της στέρεψε. Απ’τον χείμαρρο των θεανθρώπινων δακρύων της γεννήθηκε αστείρευτη πηγή που ανάβλυζε μειλίχιο νερό ενώ απ’την στερνή σταγόνα της πικρής οδύνης της ξεπήδησε ένα φιλόμουσο αγγελάκι που τερέτιζε φλύαρα. Το πλασματάκι αυτό ετέρπετο να τραγουδάει νυχθημερόν δίχως να έχει ανάγκη από ποτό ή φαγητό κι έφερε κύμβαλα στο μικροσκοπικό κορμί του που όταν τρίβονταν μεταξύ τους ηχούσαν ασίγητα σαν μκρή, συμφωνική ορχήστρα από δεξιότεχνα τσιγγάνικα βιολιά. Η Τερψιχόρη λάτρεψε ετούτο το ιδιόμορφο γέννημά της, το έβαλε να κατοικήσει στα προστατευτικά κλαδιά του γηραιότερου ελαιόδεντρου και το ονόμασε Τέττιξ ή αλλιώς Τζίτζικα. Μόνο που ο λιγόζωος Τζίτζικας ήταν καταδικασμένος, σα βασανισμένο θύμα ανεκπλήρωτου έρωτα, να τίκτεται μέσα στην αγκαλιά της ελιάς λίγο πριν εκείνη δώσει ανθούς και να πεθαίνει μόλις ήταν έτοιμη να καρποφορήσει.
*

Η αγριελιά της Τερψιχόρης έδειχνε σεμνά επιβλητική μα το φθινόπωρο κύρτωνε απ’το βάρος των καρπών της σαν αειθαλής ιεροφάντης που’σκυβε πάνω απ’την ιερή πηγή του ναού του για ν’αντλήσει τ’άσβηστο φως της σοφίας. Οι βαθιά απλωμένες ρίζες της είχαν εισχωρήσει ανάμεσα στις χωμάτινες “κερκόπορτες” ενός απόκρημνου βράχου, την στήριζαν και την έτρεφαν σταθερά όπως τρέφει το έμβρυο ο μητρικός ομφάλιος λώρος. Ο ξηρός κορμός της έμοιαζε μ’ανάγλυφο καμβά που εξιστορούσε, με τελετουργική μυσταγωγία, παραμύθια απ’άλλες εποχές και μυθολογήματα άγραφα απ’την πέννα του Αισώπου. Τόσο καθαγιασμένο ήταν το ελαιόδεντρο της χορικής μούσας που, αν και γηραιό, τα λευκωπά άνθη του ξεπηδούσαν άοσμα από μασχάλες χρονισμένων βλαστών και πετούσαν άπειρους βρώσιμους καρπούς με πλούσια μολυβί σάρκα.
*

Ο Τζίτζικας λάτρευε το ζωηφόρο, ανθεκτικό δέντρο που τον κουβαλούσε και το προσκυνούσε σαν Τίμιο Ξύλο αφήνοντας, συχνά, ανεπαίσθητα φιλήματα σε φύλλα και κλαδιά με το πετάρισμα των διάφανων φτερών του.  Κατά τη διάρκεια της ημέρας και όσο ο ήλιος ζέσταινε την αυλακωμένη γη, απαριθμούσε μελωδικά έναν προς έναν τους γκριζωπούς ρόζους του ελαιόδεντρου λες και ήταν μοναχός που μετρούσε τις χάντρες απ’τ’άγιο κομποσκοίνι του ψέλνοντας προσευχές.  Όταν όμως η νύχτα σκέπαζε την πλάση με τ’αστροκέντητο σεντόνι της, ο Τέττιξ, άκουγε τα ανήσυχα παραμιλητά της ελιάς και την παρηγορούσε στοργικά μες στον ύπνο της με γλυκοστάλαχτα νανουρίσματα.  Όλες οι κρυφές σκέψεις του αιωνόβιου δέντρου έγιναν εκκωφαντικοί αντίλαλοι που κατέτρυχαν ενδόμυχα το άδολο τζιτζίκι. Κι όμως εκείνο έμαθε πολλά... Έμαθε για τα αφίλιωτα βουνά και για τους απροσπέλαστους ωκεανούς. Για τον ουρανό, για τ’αστέρια και για τη στρογγυλή σελήνη. Για τα φιλαπόδημα πουλιά και για τα οδύσσεια ξενιτέματά τους. Για το πώς η καταιγίδα θεριεύει τα ζώα και η σκλαβιά τους ανθρώπους. Για το πώς το ένστικτο σέρνει τον κόσμο και πώς η έξη τον φέρνει κοντύτερα στα γηρατειά του.  Ο Τζίτζικας άκουσε μ’αδημονία για το πώς δυο νεαροί εραστές υψώθηκαν μια βραδιά σαν αγάλματα κάτω απ’την αργυρόχρωμη φυλλωσιά της ελιάς φορώντας τη μάσκα της έκστασης. Άκουσε για το πώς έγιναν ξαφνικά ένα κορμί με τέσσερα πόδια, τέσσερα χέρια και δυο κεφάλια. Πώς λίγη ώρα αργότερα τα σώματα χώρισαν ιδρωμένα κι έγιναν ξανά δυο. Πώς, ύστερα, χάραξαν ανεξίτηλα τα αρχικά τους στον αδιαμαρτύρητο κορμό. Ο Τζίτζικας, λοιπόν, άκουγε... και άκουγε... κάνοντας το στήθος του βιολί και τα όνειρα του θεόπλαστου δέντρου τραγουδίσματα. Τον συγκινούσαν τ’αστέρια που έπεφταν χλωμά απ’το άπιαστο μπλε και τα λογχοειδή φύλλα της ελιάς που αποχωρίζονταν δακρισμένα τα ώριμα κλαδιά της χορεύοντας τανγκό στον άνεμο μέχρι ν’αγγίξουν τ’απότιστο χώμα. Πάνω απ’όλα όμως, ο Τέττιξ,  πρόσμενε το χρυσοστόλιστο σούρουπο. Πρόσμενε ν’ακούσει το θρόισμα του ζεστού  ανέμου τις στιγμές που η φύση επιθυμούσε να χαϊδέψει μονομιάς όλα τα παιδιά της. Απολάμβανε το βασίλεμα του ήλιου στον πλατύ ορίζοντα καθώς το σκοτείνιασμα προσκαλούσε στην ακμή του ψίθυρους επίγειων αγγέλων. Απολάμβανε την ώρα που όλη η πλάση γινόταν μια θολή, ξεθωριασμένη φωτογραφία σα να’τανε τραβηγμένη από παλιά, μισοπεθαμένη κάμερα.

Το μικρό τζιτζίκι έζησε λίγο αλλά έμαθε πολλά. Έμαθε να βλέπει, να ακούει, να αισθάνεται. Έμαθε να μένει ακίνητο, να επιθυμεί ακίνητο και να παρατηρεί καρφωμένο σ’έναν βαθιά χαρακωμένο, ξύλινο φλοιό τον κόσμο γύρω του. Έμαθε να εκφράζει την αγάπη του με την ομορφότερη φωνή. Και μια μέρα, όταν πυκνό κοπάδι από πουπουλένια σύννεφα έκρυψε τον ήλιο φέρνοντας τις πρώτες βρόχινες στάλες,  έμαθε πως το τέλος δεν είναι μόνον αναγκαίο αλλά κι απελευθερωτικό. Απόλαυσε, λοιπόν, το απαλό άγγιγμα της μούσας του την στιγμή που μ’ένα δροσερό, φθινοπωρινό αεράκι έπεσε βουβό από το δέντρο του στη ζεστή παλάμη της αγαπημένης του Τερψιχόρης.

Το μικρό τζιτζίκι έζησε λίγο αλλά έμαθε πολλά. Το πιο μεγάλο μάθημά του όμως ήταν πως η προσμονή και η επιθυμία κάνουν τα όντα ακούραστα και την αγάπη αθάνατη.-

16 σχόλια:

sofouli είπε...

ouaou!!!pote prolaves??filh sto ehw 3anapei oti haramizese !!!!!!!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

Εσύ πότε πρόλαβες να το διαβάσεις;

Ανώνυμος είπε...

Ως συνήθως, μαγευτικό...
Αχ . . .
Ακριβή

spitha είπε...

ταξιδιαρικο και απολαυστικο..!

Ανώνυμος είπε...

eise apisteuth kukla mu!!sunharhthria
swtos

PANAS είπε...

magiko..mas siginises!bravo sou..!

Αννα είπε...

Μου άφησε μια μελαγχολία, αυτή που αφήνει πάντα η αγάπη. Να΄σαι καλά

Γιώργος Παναγόπουλος είπε...

Ποιητική και ρομαντική η ψυχή σου Χρυσούλα.Η ιστορία του Τέτιξ με συγκίνησε.Οφείλω να ομολογήσω (όσο μου το επιτρέπεις)ότι είναι ενα κείμενο που χαρακτηρίζεται από ένα βαθμό δυσκολίας.Οχι οτι αυτό αφαιρεί κάτι απο τη μαγία του αλλά το αντίθετο.Είναι υπέροχο..Από όλα τα είδη που έχω διαβάσει μέχρι τώρα πιστεύω οτι η λογοτεχνία σε αναδεικνύει καλύτερα.Να'σαι καλά και πάντα με τέτοιες εμπνέυσεις

andreas1275 είπε...

Ωραια τα λες!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

"Αν μια αγάπη διαρκεί, είναι γιατί κάτι μένει ακόμη μέσα μας ανικανοποίητο."

Ανώνυμος είπε...

polis erotas epese sto blog sou..eroteumeni???me tzitziki?????me elia???

ΤΗΣ ΛΩΞΑΝΤΡΑΣ είπε...

Με έστειλες φαντάρο πάλι!!Να χαθείς!:):)

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

Απορίες πάσης φύσεως και αδιάκριτα ερωτήματα που αφορούν σε ρομαντικούς Τέττιγες και ιερά ελαιόδεντρα παρακαλώ όπως διατυπώνονται επωνύμως!

ΣΤΡΕΛΛ@ είπε...

πολυ ωραιο γραπτο. σε αγγιζει απο τις πρωτες γραμμες. υπεροχο!

Γιάννης Κατσούλης είπε...

Τι όμορφο παραμύθι! Ήταν ο,τι χρειάζεται γι' αυτή την περίεργη εποχή. Το "συνόδεψα" με αυτό: http://www.youtube.com/watch?v=DLr1oWjIC44

Εύγε, Χρυσούλα μου!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

Τι όμορφο και εύστοχο βίντεο!
Όταν σε πλημμυρίζουν λόγια και συναισθήματα αγαπημένε Γιάννη δεν τα αφήνεις να πάνε χαμένα...

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Ιδιαίτερα μαθήματα Ισπανικής γλώσσας και πολιτισμού. Συνεδρίες και από το διαδίκτυο (skype). Μεταφράσεις. Το πρώτο μάθημα δωρεάν. Εκπτώσεις & προσφορές!
Copyright © 2007. Από το Blogger.

Πολιτισμός Πολίτης

Πολιτισμός Πολίτης
Πολιτιστικό ηλεκτρονικό περιοδικό των Εκδόσεων Περίπλους

Το τέρας των ειδήσεων

Το τέρας των ειδήσεων
www.newsbeast.gr

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments