Πορφυρή σελήνη


ΠΡΟΣΟΧΗ! Το  παρακάτω διήγημα απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες με ανοιχτά μυαλά και πολύ γερά νεύρα!


Έχετε αναρωτηθεί ποτέ αν υπάρχουν τέρατα μεταξύ μας; Σήμερα, εν όψει πανσελήνου, θα σας διηγηθώ μιαν ιστορία... 


~.~


Για το φιλήδονο και πολυερωτικό ποιόν του τραγουδιστή Μιχάλη Κ. φρόντισαν να μ’ενημερώσουν οι κιτρινιάρηδες επικοινωνιολόγοι του lifestyle περιοδικού στο οποίο εργάζομαι ως μόνιμος συντάκτης τα τρία τελευταία χρόνια. Και μπορεί το κουτσομπολίστικο δημοσιογραφιλίκι να μην υπήρξε ποτέ η ψωνάρα μου, αν είχα παραμείνει όμως δακτυλογράφος σ’εκείνη τη ρυπαρή, πολιτική φυλλαδίτσα, ουδέποτε θα’βγαζα φράγκα που θα επαρκούσαν για να καλύψω το υπερχρεωμένο νοίκι μου, ούτε θα είχα τη δική μου εβδομαδιαία στήλη σε έντυπο ευρείας κυκλοφορίας. Παρ’όλ’αυτά, δε διεκδίκησα την παρούσα θέση για να γίνω ούτε σκλαβάκι καβαλημένων διασήμων ούτε νυχτερινό τσιμπούρι σε επώνυμα, αλλαξοκωλέ πηγαδάκια. Βέβαια, εν αντιθέσει με μένα, κάποιοι ικανότατοι αριβίστες συνάδελφοί μου είχαν πηδηχτεί αναίσχυντα μ’όλο το καλλιτεχνικό ανφάν γκατέ και όπως είναι φυσικό ήξεραν τα πάντα για όσους κινούνται μέσα στη γκλαμουράτη σαπίλα της αθηναϊκής σόου μπιζ. Όταν έφθασε η μέρα, λοιπόν, που επρόκειτο να πάρω συνέντευξη από τον διαβόητο ροκ σταρ, με περικύκλωσαν σαν πάνσοφοι σαμάνοι κι άρχισαν να μ’αραδιάζουν συμβουλές περί κοινωνικής συμπεριφοράς επιπλήττοντάς με στη συνέχεια για το “ξενέρωτο ενδυματολογικό στυλάκι μου” λες και ήμουν κανένας σπυριάρης κάγκουρας του γυμνασίου:

“Θα σε γυρίσει μπρούμυτα, θα σ’αλοίψει με βούτυρο και θα σε φάει για πρωινό ο Μιχαλάρας αγοράκι!” κάγχασαν τα γλοιώδη λουγκροκόρακα με απόλυτη σιγουριά πως το φαιδρό σχόλιό τους με είχε κάνει έξαλλο από θυμό. Εγώ απλά αδιαφόρησα, βούτηξα την ταχυδρομική τσάντα μου μαζί μ’όλα τα απαραίτητα εργασιακά σύνεργα κι έφυγα βιαστικά για να συναντήσω το τέρας που “θα μ’έτρωγε για πρωινό” μαζί με Lurpak και πρωεϊνούχες μπάρες ενέργειας. Στην τελευταία σκέψη γέλασα. Λίγο αργότερα όμως- και καθώς πάρκαρα το πειραγμένο κουπεράκι μου σ’ένα στενάκι στου Ψυρρή- σκέφτηκα πως, αν ο Μιχάλης Κ., ο πιο περιζήτητος μπήχτης της σύγχρονης ροκ σκηνής, με έπαιρνε τελικά για πρωινό αυτό θα σήμαινε και κάτι άλλο: ότι πρωτίστως με είχε “πάρει” για βραδινό... και όλως περιέργως, αυτό το ηθικά ξεπεσμένο συμπέρασμα δε με χαλούσε καθόλου!


*

Ο ήλιος είχε μόλις δύσει. Το επαγγελματικό ραντεβού ήταν δοσμένο σ’ένα chill out καφέ-μπαρ κοντά στην πλατεία Ηρώων. Ψαγμένο στέκι και με κάπως dark ατμόσφαιρα... μια επιλογή, φυσικά, του Μιχάλη. Όταν έφτασα λοιπόν στο σημείο του ραντεβού εκείνος ήταν ήδη εκεί. Είχε βολευτεί σ’ένα ήσυχο τραπεζάκι μακριά απ’το μπαρ, έπινε μπίρα και έστριβε τσιγάρο. Οι κινήσεις του ήταν σβέλτες... τα δάχτυλά του μακριά και λυμένα... τα χέρια του νευρικά και γεμάτα φλέβες. Δεν μπορώ να πω πως ήταν ιδιαίτερα όμορφος αλλά η μελαχρινή μπρουτάλ εμφάνισή του και η “βαριά” στάση του ανέδιναν μια δύναμη πρωτόγονη και άκρως μαγνητική. Θανατικά ψαρωμένος, πήρα βαθιά ανάσα και κάθισα απέναντί του. Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια σαλιώνοντας το τσιγάρο του. Κώλωσα αμέσως σα μαλακισμένο 15χρονο. Χαμογελώντας, σκούπισε τα υγρά χείλη του με το εσωτερικό του καρπού του και ύστερα έβαλε το στριφτό στην άκρη του στόματός του για να μην το παπαριάσει. Άναψε το τσιγαράκι του χαλαρά και η ηδονή της πρώτης τζούρας ανέδειξε δυο βαθιά,  μαγευτικά λακάκια στα ελαφρώς αξύριστα μάγουλα του. Αυτό ήταν! Μόλις είχα καταπιεί τη γλώσσα μου και το μυαλό μου έτρεχε να κρυφτεί απ’τις γυμνές σκέψεις που το βομβάρδιζαν βίαια σαν αμοντάριστες σκηνές σκληροπυρηνικής τσόντας. Ο Μιχάλης έκλεισε τα μάτια φυσώντας μικρά δαχτυλίδια καπνού που αρωμάτισαν τον αέρα με τη γνώριμη ριγανάτη εσάνς του καθαρού μπάφου. Κάμποσες τζούρες αργότερα ένας πλήρως αγνοημένος σερβιτόρος στεκόταν σαν μπάστακας πάνω απ’το κεφάλι μου και με κοιτούσε με τσαντίλα. Δεν μπορούσα ν’αρθρώσω λέξη. Τ’αφτιά μου βούιζαν, η λαλιά μου είχε κοπεί και η όρασή μου είχε επικεντρωθεί στον άντρα που καθόταν απέναντί μου. Ο Μιχάλης σχόλασε το νεαρό γκαρσόνι μ’ένα νεύμα και δίχως κουβέντα έσκυψε προς το μέρος μου για να με κεράσει μια παράνομη τζούρα απ’το μισοτελειωμένο τσιγαρλίκι του. Εγώ τ’άρπαξα με τέτοια ανάγκη όπως ένας ασθματικός θ’άρπαζε τη συσκευή οξυγόνου πάνω σε κρίση... το βούτηξα ανάγωγα μεμιάς και το’βαλα με τέτοια ταχύτητα στο στόμα μου που παραλίγο να το καταπιώ! Κι όταν το στόμα μου ακούμπησε την ελαφρώς βρεμένη άκρη του τσιγάρου ένιωσα ένα ηλεκτρισμένο γαργαλητό στη γραμμή των χειλιών μου...

“Μμμμ... σχεδόν φιλιόμαστε” ψέλισσα ασυνείδητα και μες στην έκπληξη του αυθορμητισμού μου το αμήχανο τσιγάρο γλίστρησε απ’τα μισάνοιχτα χείλη μου και έπεσε στο πάτωμα λιπόθυμο από ντροπή. Την ώρα εκείνη ευχήθηκα να είχα εξαϋλωθεί σε αέρα κοπανιστό αλλά το αίμα έτρεχε στις φλέβες μου με 200 χμ την ώρα και χτυπούσε σα βαριοπούλα τις φλέβες στον λαιμό και στα μηνίγγια μου. Ταυτόχρονα είχα την περιέργη αίσθηση ότι το μυστηριώδες αντικείμενο του πόθου μου μπορούσε ν’ακούσει, να νιώσει αλλά και να σταματήσει τους φρενήρεις χτύπους της καρδιάς μου μ’ένα μόνο βλέμμα. Τα λαγόνια μου άρχισαν να παίρνουν φωτιά καθώς μια νευρική ανατριχίλα διέτρεξε την αλύγιστη από επιθυμία ραχοκοκαλιά μου. Εκείνος ελίχθηκε αστραπιαία και βρέθηκε καθισμένος στην καρέκλα δίπλα μου λες και η ασυγκράτητη εγρήγορσή μου τον δελέασε στο πλευρό μου σαν ξαναμμένο θηρίο. Σιωπηλός κι επικίνδυνος έχωσε το πρόσωπό του στη ζεστή καμπύλη του λαιμού μου και οσφρίστηκε δυνατά κλείνοντας τα σκοτεινά μάτια του μ’ένα οργασμικό μουγκρητό. Για μια στιγμή πίστεψα πως μπορούσε να μυρίσει τη διέγερση, την ανησυχία αλλά και τους εύθραυστους ηθικούς ενδοιασμούς μου. Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια του τα κάρφωσε επιτακτικά στα δικά μου και ψιθύρισε ανέκφραστα ότι εκείνο το βράδυ θα με ξέσκιζε. Εγώ το πήρα μεταφορικά... εκείνος κυριολεκτούσε.
*

Πέντε λεπτά αργότερα το θελκτικό σώμα του Μιχάλη πίεζε με υπεράνθρωπη δύναμη το δικό μου στα κατακόκκινα δερμάτινα καθίσματα της μαύρης Φεράρι του. Η σελήνη ήταν γεμάτη κι ολοπόρφυρη και καθρεφτιζόταν πεντακάθαρα στο πεινασμένο βλέμμα του. Για μια στιγμή πέρασε απ’το νου μου ν’αραδιάσω μια χαζή δικαιολογία και να φύγω τρέχοντας αλλά ο παραμικρός δισταγμός χάθηκε με το πρώτο μαγικό άγγιγμά του. Δίχως σεμνοτυφίες και αντιστάσεις, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ήμουν απόλυτα παραδομένος στα χέρια ενός άγνωστου άντρα και για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωθα έτοιμος να κάνω ο,τιδήποτε μου ζητούσε. Τα άκρα, το κορμί και η φωνή μου έτρεμαν από μια πρωτόγνωρη ανάγκη για ερωτική επαφή κι έτσι κάπου ανάμεσα σε  πνιχτά, ερεθισμένα βογγητά τον έσφιξα πάνω μου με όλη μου τη δύναμη. Το φανελάκι μου σκίστηκε ανυπόμονα στα δύο και ξαφνικά ένας σαγηνευτικός πόνος κατέλαβε το στέρνο μου αλλά και κάθε χιλιοστό δέρματος απ’όπου περνούσε το σουβλερό στόμα του. Και τότε πάγωσα. Με σιγασμένο τρόμο ένιωσα λίγο λίγο την ύπαρξή μου να στραγγίζεται λες και το αίμα απ’όλα τα ζωτικά όργανά μου είχε βρει κάποια φονική διέξοδο και έρεε ακατάπαυστα... έρεε και το πετσί μου αναπηδούσε καθώς διαισθανόταν την αρρωστημένη υποχρέωσή του να ταΐσει ένα φρικτό, απόκοσμο και σαδιστικό πλάσμα. Κι όμως εκεί που είχα σχεδόν πειστεί πως η ανθρώπινη αντοχή στο μαρτύριο δεν τράβαγε παραπάνω, η οδύνη άρχισε να υποχωρεί και μια γλυκιά ευφορία με πλημμύρισε ζεσταίνοντας όχι μόνο τα παγωμένα άκρα μου αλλά και τη μισοπεθαμένη ψυχή μου. Το δέρμα μου άρχισε να καίει ξανά με άσβηστο πόθο και πάνω που ένα πρωτόγνωρο κύμα ευχαρίστησης με είχε φέρει στα πρόθυρα μιας εκρηκτικής κορύφωσης... πάνω που ένιωθα πιο ζωντανός από ποτέ, βιώνοντας το καλύτερο σεξ που έχει βιώσει ποτέ άνθρωπος πάνω στη γη, συνέβη κάτι αδιανόητο. Πέθανα.

*

Αναστήθηκα μες στη δυσωδία ενός φισκαρισμένου σκουπιδοτενεκέ. Εκεί με βρήκε αφαιμαγμένο και μιαρό μια παρέα από πιτσιρικάδες που έπαιζαν μπάσκετ στο διπλανό παρκάκι. Για κακή τους τύχη η μπάλα τους κύλησε ανυπάκουα μέχρι το μολυσματικό τύμβο μου την ώρα που είχα μόλις “ξυπνήσει” και που μια καταραμένη τανάλια έσφιγγε αβάσταχτα τα διψασμένα σωθικά μου. Τα καημένα τα παιδιά! Δεν ήθελα να  τα κατασπαράξω σαν λιμασμένο κτήνος αλλά μύριζαν υπέροχα και τι δουλειά είχαν να τριγυρνούν σ’αυτήν την έρημη γειτονιά τόσο αργά τη νύχτα;

*

Σύρθηκα σπίτι λίγο πριν τα ξημερώματα με σκοτωμένη σάρκα και ρούχα κουρέλια. Περπατώντας μετά βίας μπήκα στο μπάνιο ξεφλουδίζοντας, ένα ένα,  αργά κι ανώδυνα, κάθε ματωμένο κομμάτι υφάσματος από το σώμα μου. Έμεινα γυμνός και το βλέμμα μου υψώθηκε ασυνείδητα στον καθρέφτη. Τότε ρίγησα. Οπισθοχώρησα αμέσως κι έκλεισα τα μάτια μου με τρόμο αλλά η καινούρια μου μορφή είχε ήδη καταγραφεί στη μνήμη μου για πάντα.  Ήταν μια μορφή που μ’έκανε να σκεφτώ πως αν πραγματικά υπήρχε διάολος σ’αυτή την άθλια κόλαση... τότε αυτός ο διάολος ήμουν εγώ.

Το χλωμό δέρμα μου ήταν πλέον σκληρό και ψυχρό σα δέρμα φονικού ερπετού ενώ οι άλλοτε μαύρες κόρες των ματιών μου είχαν πάρει φωτιά κι έκαιγαν τις χρυσαφιές ίριδές μου σαν δυο κόκκινες σχισμοειδείς φλόγες. Ο ώμος μου... κάτι δεν πήγαινε καλά με τον δεξή ώμο μου. Το δεξί χέρι μου έμοιαζε να κρέμεται σα νεκρό κι ανίκανο να κινηθεί απ’τη βάση του. Θα πρέπει να μου το είχε εξαρθρώσει εκείνος ο τσαμπουκαλεμένος πιτσιρικάς πάνω στην απελπισμένη προσπάθειά του να ξεφύγει απ’το λυσσαλέο γράπωμά μου. Χωρίς δεύτερη σκέψη άρπαξα την άκρη του νιπτήρα με το εξαρθρωμένο χέρι μου κι άφησα τον εαυτό μου να πέσει με φόρα προς τα πίσω.  Με το απότομο τράβηγμα η κεφαλή του βραχιονίου επανήλθε στη φυσική της θέση γεννώντας έναν ανατριχιαστικό ήχο. Ταυτόχρονα, ο νιπτήρας ξεριζώθηκε απ’τον τοίχο μαζί με τους υδροσωλήνες κι έγινε κοφτερά θρύψαλλα πορσελάνης στο παλιό μωσαϊκό. Πνιγηρές οδύνες διαπέρασαν το κορμί μου σαν μαύρα καρφιά. Ένας έντονος ίλιγγος με έριξε απροειδοποίητα στο αιχμηρό πάτωμα όπου και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ξερνούσα γονατιστός τ’άντερά μου. Το στομάχι μου ξέβρασε ένα σκασμό αίμα... κι ένα σκουλαρίκι απ’το οποίο κρεμόταν ένας μικρός, ασημένιος σταυρός.


*

Έναν χρόνο αργότερα...


Με λένε Μάνο ή Πέτρο ή Στέφανο. Μερικές φορές συστήνομαι και ως Αλέξανδρος ή απλά ως Γιώργος, Νίκος ή Γιάννης όταν στόχος μου δεν είναι η κοινωνικοποίηση αλλά μια άτυπη, περιστασιακή γνωριμία... μια γνωριμία-ξεπέτα δηλαδή με απώτερο σκοπό να μπήξω τα δόντια μου, τα νύχια μου ή και άλλα, ακόμη πιο επικίνδυνα μέλη του σώματός μου σε κάποιον πρόθυμο, στιβαρό εραστή το συντομότερο δυνατό. Τα πάντα γυρίζουν αποκλειστικά πλέον γύρω απ’την κτηνώδη λίμπιντό μου, αρκετά συχνά όμως με πιάνει και μια επιτακτική ανάγκη να συναναστραφώ τους ανθρώπους. Μονάχα τότε ή όταν θέλω απλά να κάνω εντύπωση σε κάποιο χαριτωμένο αγοράκι συστήνομαι ως... Αδάμ. Το όνομα αυτό είναι η πιο διακριτική αφορμή για να ξεκινήσει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.  Αδάμ! η αποκορύφωση της υποκρισίας... γιατί, πώς είναι δυνατόν, ένα φρικιό σαν εμένα να φέρει ένα βιβλικό όνομα με τόσο βαρύγδουπη κοσμογονική σημασία; Οι άνθρωποι δεν κοιτούν την ουσία όμως. Δεν σε κοιτούν πια στα μάτια για να δουν τις κρυμμένες προθέσεις σου και τα αμίλητα, κρυφά νοήματα της σκοτεινής πλευράς της ύπαρξής σου.  Ίσως γι’αυτό να μην έχει καταλάβει κανείς μέχρι στιγμής την άψυχη φύση μου. Ίσως πάλι κάποιοι να την έχουν διαισθανθεί... αλλά όλως παραδόξως το σκότος μαγνητίζει τον κόσμο όπως μαγνητίζει τα όρνια η δυσωδία των πτωμάτων. Αυτό το βρίσκω ιδιαίτερα συμφέρον και διασκεδαστικό αλλά όχι τόσο αστείο όταν το φονικό ένστικτό μου ξυπνάει ανεξέλεκτο και- πάνω στην τυφλή αλλοφροσύνη του να τραφεί- διαμελίζει άφιαχτα κορμιά και ζωές που διακόπτονται άγουρες. Παρ’όλ’αυτά, τώρα πια, το καθημερινό διατροφολόγιό μου περιορίζεται σε επαίσχυντα μιάσματα της κοινωνίας, σε κατακάθια της νύχτας, σε τύπους που τους αξίζει να καίγονται νυχθημερόν στην κόλαση. Και δεν μ’αρέσει καθόλου που γίνομαι κριτής ανθρωπίνων ψυχών αλλά, όταν το σώμα ζητάει τροφή, δεν μου μένει άλλη επιλογή παρά να δικάσω.
Ποτέ όμως δεν σκότωσα, τεχνιέντως, κανέναν απ’τους κατά καιρούς ερωτικούς συντρόφους μου. Μ’αρέσει να τους πειράζω, να τους παρενοχλώ και να τους φέρνω σε πρωτόγονη έκσταση παρασύροντάς τους σ’ απρόβλεπτα παιχνίδια ηδονής και παραισθήσεων. Ακόμα περισσότερο όμως μ’αρέσει να μαρκάρω τις ιδιοκτησίες μου. Άλλο αυτό! Μ’αρέσει ν’αφήνω ματωμένα γδαρσίματα στις πλάτες, βαθιές δαγκωματιές και σημάδια που  θα μείνουν για πάντα χαραγμένα σαν ανεξίτηλα τατουάζ όχι μόνο στην επιφάνεια του δέρματος αλλά και στο μυαλό.

 Αλλά για μισό λεπτό... Είπα “μυαλό”; Ποιο  μυαλό;

Οι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα απερίσκεπτοι, εύθραυστοι και δεκτικοί στον έρωτα όταν καταφέρεις να βρεις το κουμπί τους και να το πατήσεις με τρόπο την κατάλληλη στιγμή. Πάνω στην κοφτερή ρίγη του οργασμού βγάζουν πάντα τον πραγματικό εαυτό τους... βγάζουν το μικρό, έκφυλο τέρας που λουφάζει μέσα τους και που φοβάται να αντικρύσει τον σεμνότυφο συντηρητισμό της καθημερινότητας. Ναι, οι άνθρωποι τότε μόνον είναι αληθινοί και εύθραστοι. Όταν η πράξη τελειώνει όμως και τρυπώνουν στην αγκαλιά μου αποζητώντας λόγια φούμαρα και αιώνια έργα αγάπης τους λέω στα ίσια πως δεν γουστάρω να παίζω με το φαγητό μου.  Άλλωστε η συμπάθεια, η ευγένεια και η διακριτικότητα ήταν χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μου που πέθαναν και σάπισαν μαζί με την ανθρώπινη ψυχή μου πριν από ακριβώς έναν χρόνο, την 26η Ιουλίου του έτους 2008... τη βραδιά που έγινα το βραδινό σνακ του Μιχάλη.  Σήμερα, μάλιστα, η σελήνη είναι γεμάτη και πορφυρή όπως τότε. “Κακός οιωνός” θα’λεγε, αν ζούσε, ο αλαφροΐσκιωτος αδελφός του πατέρα μου αλλά κανείς δεν θα του έδινε σημασία γιατί εκτός από αδιόρθωτος παραμυθάς ήταν κι ένας τελειωμένος μέθυσος.


*


Δευτέρα 26η Ιουλίου, 2010 - Ώρα 23:53

Η πανοραμική θέα του Πειραιά αλλά και της τεράστιας, πάνφωτης σελήνης από τον λόφο του Προφήτη Ηλία μου έκοβαν την ανάσα από παιδί έχοντας καταστήσει το απόκρημνο δρομάκι πίσω απ’το Βεάκειο θέατρο το πιο αγαπημένο σημείο μου στην Αττική. Εκεί αποδρούσα μια φορά το μήνα, ανεξαιρέτως, απλά και μόνο για να παρατηρήσω το ολόγιομο φεγγάρι. Βέβαια η μεγαλύτερη και πιο μαγική πανσέληνος όλου του χρόνου είναι αυτή του Αυγούστου. Σ’έναν μήνα από τώρα λοιπόν θα είμαι πάλι εδώ.

Κάνα δυο αμάξια με ερωτευμένα ζευγαράκια που θέλουν να βιώσουν τον ρομαντισμό τους με “πιάτο” το Τουρκολίμανο είναι παρκαρισμένα λίγο πιο κάτω έχοντας το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου τους συντονισμένο σε ονειροπόλα τραγουδάκια που εξυμνούν τη μαγεία του έρωτα και της σελήνης. Το πιο γνωστό κι αγαπημένο απ’όλα, αυτό της Χαρούλας Αλεξίου, μόλις που ακουγόταν απ’το κατεβασμένο παραθυράκι ενός σαραβαλιασμένου σκαραβαίου. Θυμάμαι ότι μ’αυτό το μελαγχολικό τραγουδάκι κολλημένο στο repeat του mp3 μου, δυο χρόνια πριν, στάθηκα στο χείλος αυτού του δρόμου, καβάλησα τα ετοιμόρροπα κάγκελα, άνοιξα τα χέρια και πήδηξα ουρλιάζοντας στο κενό. Ήμουν νεογέννητο αρπακτικό τότε και η δοκιμή των νέων υπεράνθρωπων αντοχών μου έμοιαζε τόσο ελκυστική όσο η μυρωδιά ενός αιματηρού τροχαίου γεμάτου από αφροδισιακές οσμές πανικοβλημένης φερορμόνης. Ίσως πάλι να επιζητούσα το τέλος απ’την αρχή. Το μόνο που θυμάμαι τελικά είναι ότι  άνοιξα τα μάτια μου καρφωμένος στην δορυφορική κεραία που προεξείχε από μια τσιμεντένια ταράτσα. Δεν υπήρχε πόνος. Μόνο θρυμματισμένα κοκκαλάκια και λυωμένα άκρα που έκαναν το σώμα μου να μοιάζει κάτω απ’τα λινά ρούχα μου με αιμόφυρτο ζελέ ωμού κρέατος. Το χειρότερο απ’όλα όμως ήταν πως η αδυναμία μου να κινηθώ θα σήμανε τον δεύτερο κι ακόμα πιο βασανιστικό θάνατό μου με τη γέννηση της πρώτης πρωινής ηλιαχτίδας. Τελικά στάθηκα τυχερός... Σύντομα κατέφτασαν, γεμάτες περιέργεια, τρεις πάνχοντρες, νεαρές γάτες για να περιεργαστούν το ατσάλινο καυλιτσέκι που ξεπρόβαλε απ’την ξεντερισμένη κοιλιά μου. Κι εκεί που έγλειφαν το “κατεβασμένο” σαγόνι μου... με τάισαν!

*

Περπατώ με βήμα βαρύ ως το χείλος του λόφου κι αγναντεύω τον ορίζοντα σε μια, παραλίγο ανθρώπινη, προσπάθεια να σβήσω όλα αυτά τα απαίσια συμβάντα απ’τον αγριεμένο νου μου. Η ματιά μου αλαφρώνει καθώς περνάει και στέκεται πάνω από το φωτισμένο λιμάνι του Πειραιά, τα αραγμένα καΐκια, τις θορυβώδεις, τιγκαρισμένες ψαροταβέρνες... Ένα κουρασμένο νυχτοπούλι πετάει ανήσυχα σε κύκλους πάνω απ’τα αμάξια που βρίσκονταν παρκαρισμένα πίσω απ’το Βεάκειο για να προσγειωθεί τελικά στα φυτρωμένα κεραμίδια ενός ακατοίκητου χαμόσπιτου. Ο οποιοσδήποτε φαντασιόπληκτος θνητός στη θέση μου θα θεωρούσε αυτό το παρεξηγημένο πτηνό ως ένα δυσοίωνο πλάσμα που ήρθε για ν’αρπάξει την άτυχη ψυχή του και να την κατασπαράξει. Το συγκεκριμένο πουλί όμως ήταν απλώς μικρό και χαμένο και προσπαθούσε να βρει μια ασφαλή φωλιά για να κουρνιάσει. Μου θύμισε τον εαυτό μου στις αρχές της αναγέννησής μου. Τότε που πάλευα με νύχια και με δόντια για να προσαρμοστώ στον καινούριο κόσμο που μου ανοίχτηκε σέρνοντας μαζί του ένα συφερτό από καταραμένες συνήθειες. Κι αν τώρα πια νιώθω γερός και βολεμένος, δυο χρόνια πριν, οι νύχτες μου κυλούσαν μαρτυρικά σαν αργό κι αμίλητο νεράκι. Ποτέ δεν ξεχνώ την πηγή του κακού φυσικά, τον Μιχάλη... και πιο συγκεκριμένα την εθιστική μυρωδιά του. Απ’την άλλη δεν είναι εύκολη υπόθεση, ούτε συνετή ιδέα να επιδιώξω μια τετ-α-τετ συνάντηση μαζί του. Ξέρω ότι είναι πιο δυνατός από μένα. Ξέρω ότι θα κάνουμε έρωτα... ξέρω ότι θα του πιω το αίμα κι εκείνος, απολαυστικά... θα με σκοτώσει.
Γι’αυτό, προς το παρόν, αφήνω στην άκρη όλες τις μακάβριες κι απαισιόδοξες σκέψεις του παρελθόντος κι αντλώ δυνάμεις απ’το χλωμό φως του φεγγαριού. Ένα ηλικιωμένο αντρόγυνο ατενίζει κι αυτό την υπέροχη θαλασσινή θέα απ’τον λόφο της Καστέλλας. Είναι αργά. Σε λίγο εκείνη θα τον πιάσει αγκαζέ και θα τον οδηγήσει με μικρά, κουρασμένα βηματάκια στην ασφάλεια του γερασμένου σπιτικού τους. Η μέρα τους έχει μόλις τελειώσει. Η δική μου μόλις άρχισε...



ΤΕΛΟΣ (;...)

16 σχόλια:

sofi είπε...

kala ,ti na leme twra!!

Γ.Παναγόπουλος είπε...

Χρύσα μου διαβασα την ιστορια σου σε δυο δόσεις γιατι σε ένα σημειο σοκαριστηκα και σταμ΄τησα.Σε πολλά μέρη ένιωσα αποστροφη για το τέρας που δημιουργησες αλλά αυτό παει να πει οτι τον πέτυχες τον στόχο σου.Δεν είσαι μια ολοκληρωμένη συγγραφεας απλά.Είσαι γεννημενη γιαυτό
Γιώργος

Ανώνυμος είπε...

na pas se dei psuhiatros!!!!!!!!!!!
eise arrosthmenh ston eggefalo na ti eise!!!!

Ανώνυμος είπε...

Καλά, Χρύσα μου έγραψες πάλι ! ! !
Άστους να λένε τους ανώνυμους, δεν σε ξέρουν και νομίζουν πως έτσι σε θίγουν.
Φίλε ανώνυμε, πες το όνομά σου πρώτα και μετά μπορείς να συστήσεις στην συγγραφέα να πάει σε ψυχίατρο. Κι ίσως να της προτείνεις τον δικό σου!!!
Πολύ μου άρεσε το κείμενό σου, για μία ακόμα φορά ήσουν εξαιρετική και συγκλονιστική.
Να είσαι πάντα καλά και να μας ταξιδεύεις με τα κείμενά σου.
Πολλά φιλιά,
Ακριβή

Ανώνυμος είπε...

Θα συμφωνησω κ εγω με την Ακριβη
Η Χρυσουλα ηταν παντα ξεχωριστος χαρακτηρας αλλα η γραφη της οσο παει γινεται συγκλονιστικη
Ξερω την Χρυσουλα απο 5 χρονων
Μαζι μεγαλωσαμε κ δεν θα ξεχασω ποτε οτι εγω εσπαγα τα παιχνιδια μου κ αυτη μου χαριζε τα δικα της για να με δει χαρουμενο
Ειναι ενα ατομο τρομερα ευαισθητο κ δοτικο
εχει ομως κ ενα χαρισμα να πειθει τον αλλο με τα γραφομενα της
Αυτο ειναι ταλεντο ρε μαλακα οχι ανωμαλια
Ανωμαλος ανεγγεφαλος εισαι συ που παρακολουθεις το μπλοκ της Χρυσουλας Μολογιαννη κ ψαχνεις να βρεις αφορμες να την βρισεις κ δεν ειναι η πρωτη φορα που προσπαθεις κατι τετοιο
Το προτιμοτερο θα ηταν να κρυφτεις κατω απο την ανωνυμια σου κ τη λασπη σου αντι να την πετας σε αξιολογα κ σοβαρα ατομα οπως ειναι η Χρυσουλα Μολογιαννη
Κουκλα μ μην ακους τι λεει ο καθε μαλακας
Προχωρα κ συνεχιζε να σκιζεις
Ξερεις εσυ
Σωτος

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

Ακόμα δε γύρισα απ'το ολιγοήμερο διάλειμμά μου για διακοπές και προς μικρή έκπληξή μου βλέπω ότι η ανώνυμη επιτροπή του "So you think you can judge" ξαναχτύπησε!

Φιλική συμβουλή:
Δε χτυπάς δυο-τρία ουζάκια καλύτερα μήπως και χαλαρώσουν μιαν ιδέα τα τεντωμένα νευράκια σου;

Natali Lekka είπε...

Και το δικό μου comment πάλι εξαφανίστηκε! Αφού έπαθα την πλάκα μου με τα απαράμιλλά γραπτά σου και τη συγκλονιστική ιστορία σου, φαίνεται ότι θα ξέχασα να πατήσω "Δημοσίευση Σχόλιου", δεν εξηγήται αλλιώς. Τέτοιες ιστορίες ανήκουν στο ράφι κάθε βιβλιοπωλείου που σέβεται τον εαυτό του. Δεν γράφονται κάθε μερα. Έντονες εικόνες, απίστευτες περιγραφές, η ιστορία ξεπετάγεται από το...γυαλί. Γίνεται σχεδόν 3D. Βεβαίως είναι γνωστή η εμμονή σου με το συγκεκριμένο θέμα, για αυτό και για άλλη μια φορά...έγραψες. Ξέρεις τι κάνεις. It is your second nature!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

Δυστυχώς το διήγημα, όπως διατείνονται οι μεγαλύτεροι εκδοτικοί οίκοι, έχει πεθάνει.
Κατά την ταπεινή γνώμη μου, μαζί μ'αυτό έχουν πεθάνει και κάποια αξιοκρατικά, ενδιάμεσα, διεκπεραιωτικά μέσα.

Ναι, Natalie μου, εσύ γνωρίζεις το ενδιαφέρον μου για το μυστήριο, το ανεξήγητο αλλά και για όλα τα "πονηρά, πλάσματα της νύχτας"! Τώρα, βεβαίως, το'μαθαν κι άλλοι...

Φιλιά!

Νικόλ ( ίτσα) είπε...

Καλό μήνα Χρυσούλα μου !
Απολαυστικό, με το ιδιαίτερο και μοναδικό σου χαρισματικό ύφος.Ειμαι δηλωμένη fan σου :):):)
Εε.. και ναι : εχει κάτι τέρρρρρρρρρρατα ανάμεσά μας......
Σε φιλώ γλυκά.
Νικόλ(ίτσα)

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

Πολλά φιλάκια Νικολίτσα μου! ;)

km είπε...

ma8ima logotexnias kai diastrofis
bravo mikri !

Ανώνυμος είπε...

poli kalo

Maria Bek. είπε...

Εξαιρετικό!!

Γιάννης Κατσούλης είπε...

Δεν ξέρω αν ανήκω στους ενήλικες με ανοιχτά μυαλά και πολύ γερά νεύρα, σαν ταπεινός αναγνώστης σου όμως και δηλωμένος διηγηματογράφος (γνωρίζοντας φυσικά οτι το διήγημα, αν δεν έχει πεθάνει ακόμα, προς τα 'κει οδεύει), θα πω μόνον αυτό: "Η ιστορία σου μ' άρεσε... μ' άρεσε πολύ." Καλή δύναμη και καλές εμπνεύσεις!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

Αγαπημένε μου Γιάννη είναι πάντα ιδιαίτερη η χαρά να λαμβάνω σχόλιό σου! Να είσαι καλά!

Αναστασια είπε...

πολύ καλό, γλαφυρότατο....

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments