Οι μπουκάλες της ελπίδας



Πώς τα φέρνει έτσι η ζωή και όλοι οι έμπειροι κι αυτοδημιούργητοι άντρες καταλήγουμε στα πενήντα μας όντα μελαγχολικά κι αγέλαστα δεν μπορώ να καταλάβω. Θυμάμαι τον εαυτό μου πριν τριάντα χρόνια. Ήμουνα το χαρούμενο παλικάρι με το λευκό, βαμβακερό φανελάκι. Το νεανικό πρόσωπό μου μπορεί να’ταν αγγελόμορφο αλλά η καρδιά μου ήταν δυναμική κι αδάμαστη, κάτι σαν έφηβου λιόνταρου να πούμε.

Όταν ροβόλαγα τα στενάκια της Πλάκας, κρατώντας ένα μπουκάλι μπίρα στο χέρι για εφέ, οι γυναίκες ριγούσαν κι έχαναν τις αισθήσεις τους σκάζοντας εν συνεχεία σαν ζουμερά καρπούζια στη μέση του δρόμου. Οι άντρες (αλλά μιλάω για τους άντρες του τότε, τους πραγματικούς, τους σωστούς... αυτούς με το μουστάκι το κοκαλωμένο, με το κομπολόι να κρέμεται απ’ το επιμελώς μακρουλό νυχάκι του μικρού δάχτυλού τους και το μπινελίκι έτοιμο να ξεγλιστρήσει από την άκρη της άξεστης γλώσσας τους) γρύλιζαν από φθόνο καθώς περνούσα από μπροστά τους στους καφενέδες.
Φορούσα πάντα τα παντελόνια μου δύο νούμερα μικρότερα από το κανονικό κι ας στέκονταν τα παντζάκια πέντε εκατοστά πάνω απ’τον αστράγαλο. Αυτό ήταν ένα κόλπο που έκανε ο Μάρλον Μπράντο για να αναδεικνύει τα καλογυμνασμένα του πόδια. Ήξερα βέβαια τον αντίκτυπο που είχε η ψηλόλιγνη κορμοστασιά μου μέσα από το στενό μπλουτζίν όταν περπατούσα. Κάθε φορά που έσφιγγα τα ψηλά καπούλια μου τα λιγότερο φανατικά αρσενικά έτρεχαν σπίτι τους για να υποβάλλουν τους εαυτούς τους σε μοναχικές, ερωτικές προπονήσεις... και μιλάμε για τόσες πολλές ερωτικές προπονήσεις που είμαι σίγουρος πως καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του εβδομήντα προπόνησα εν τη απουσία μου όχι μόνον τον ντιντήδικο αλλά και ενεργά σχεδόν όλον το θηλυκό αθηναϊκό πληθυσμό, τόσο καλά, που την επόμενη δεκαετία κάτι ξένες δημοσκοπήσεις έδωσαν στους Έλληνες τον τίτλο των καλύτερων εραστών! Επειδή όμως δεν μ’αρέσει να περιαυτολογώ ας τ’αφήσουμε αυτά...
Τα χρόνια πέρασαν, τα εφαρμοστά μπλουζάκια και τα κολλητά παντελόνια έγιναν παρελθόν. Ενήλικας πια, παντρεύτηκα μια γυναίκα που μετά από είκοσι χρόνια γάμου λαμβάνει πέντε χιλιάδες θερμίδες ημερησίως για να κάψει μόνο τις πεντακόσιες αλλά σταδιακά, κατέληξα κι εγώ να νιώθω την ύψιστη ερωτική ηδονή μόνο μπροστά από μια κατσαρόλα κουνελάκι στιφάδο συνοδευόμενο από μια σειρά κατάξανθες... χαλαρωτικές... παγωμένες... μπιρίτσες. Αυτή είναι η υπέρτατη ευτυχία για μένα! Πρόσφατα βέβαια, κάποιος συνάδελφος απ’το γραφείο, για τον οποίον έχει πάρει τ’αφτί μου ότι είναι και πολύ καλλιεργημένος τύπος, μου είπε πως η υπέρτατη ευτυχία στη ζωή είναι να έχουμε τη βεβαιότητα ότι μας αγαπούν. Πςςςς... τι λε ρε φίλε; Ανατρίχιασα! Κι ανατρίχιασα κυρίως όταν συνειδητοποίησα πως τελικά μονάχα αυτό το ελαφρώς αλκοολούχο, τερψιλαρύγγιο ποτό με αγαπούσε τόσο, όσο το αγαπούσα κι εγώ!
Η οικογένειά μου είχε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με την μπίρα. Η μάνα μου τη χρησιμοποιούσε για να φτιάξει αφράτο κουρκούτι και νόστιμο μοσχαράκι φούρνου. Η αδελφή μου έλουζε με αυτήν τη μεταξένια της χαίτη και ο πατέρας μου... απλώς φώναζε που τη σπαταλούσαν άσκοπα οι δυο χαζές γυναίκες. Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, όλοι μου λένε ότι σε αυτόν έμοιασα. Συνήθιζε να μου λέει: «Η μπίρα είναι σαν τη ζωή. Όσο πιο πολύ πίνεις τόσο πιο πολύ μεθάς και θες κι άλλο... όσο περνάει ο καιρός όμως τόσο λιγότερο σου επιτρέπεται να πιεις και στο τέλος μένεις με την μπουκάλα στο χέρι!» Ω, ναι! Μπορεί ο πατερούλης μου να μην ήταν μορφωμένος στα πανεπιστήμια, ήταν όμως άνθρωπος εργατικός και μεγαλωμένος στην πιάτσα... για μένα ήταν ένας φιλόσοφος της νέας εποχής. Και πάντα σε όλες τις δύσκολες στιγμές μου ήταν εκεί, όπως και το ξανθωπό νέκταρ με τον αφρό που τόσο αγαπούσε. Η μπίρα είναι η σαμπάνια του φτωχού, έλεγε...


ΠΡΩΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ

Κι αυτή είναι η πρώτη μπουκάλα της βραδιάς. Μετά από όλες αυτές τις σκέψεις για τον αγαπημένο μου πατερούλη, τη νυν γυναίκα μου και την αλησμόνητη εποχή της άγριας νιότης μου ένιωσα την επιτακτική ανάγκη να βγω έξω για να πάρω λίγο καπνιστό αέρα. Το μικροσκοπικό και άνευ εξαερισμού μπαράκι, στο πολυσύχναστο στενό του Ψυρρή, έρχεται πάντα πρώτο στις επιλογές μου στις μοναχικές μου εξορμίσεις. Συνήθως πίνω γύρω στα τέσσερα μπιρόνια, μα πολύ περισσότερα όταν έχω να πάρω μιαν απόφαση πολύ σημαντική. Και μέχρι σήμερα το βράδυ έχω να πάρω μιαν απίστευτα σημαντική απόφαση. Ή επιστρέφω αρκετά αργά στο συζυγικό μου κρεβάτι για να συνεχίσω να δέχομαι παντοφλοχάστουκα ή παίρνω τη βαλίτσα μου και το καπελάκι μου και φεύγω ανεπιστρεπτί για να ζήσω μια υπέροχη ζωή π.χ ως επαγγελματίας ανθρακωρύχος στο Βέλγιο; Χμμμ... η βραδιά θα δείξει ή μάλλον η τελευταία γουλιά της τελευταίας μπίρας. Τότε αρχίζουν τα δύσκολα... όταν οι σκέψεις πρέπει να γίνουν πράξεις. Γι’ αυτό και η πρώτη γουλιά είναι πάντα η καλύτερη. Η πιο αναζωογονητική. Κάνει τα προβλήματά σου να εξαφανίζονται μέσα σε διάφανες φουσκάλες που ρέουν τρελά για να γαργαλίσουν με μια αμαρτωλά δροσερή ευχαρίστηση τον οισοφάγο. Αυτό το έμαθα όταν ήμουν 12 χρονών. Τότε ήταν που δοκίμασα την ‘πράσινη’ για πρώτη φορά.
Ήταν Ιούλιος του ’69. Η πόλη καιγότανε από τη ζέστη και η μοίρα αποφάσισε να παίξει στην οικογένειά μου και σε μένα ένα πολύ σκληρό παιχνίδι, εκείνο το αξέχαστο καλοκαίρι, στερώντας μας τον πολυαγαπημένο μου παππούλη. Ο παππούλης, που είχε ήδη Αλτζχάιμερ, Πάρκινσον και πάσης φύσεως νοσήματα, αποφάσισε να πάει μοναχός του στην τουαλέτα προς νερού του εκείνο το μοιραίο απόγευμα κι αυτό ήταν αρκετό για το πρώτο καρδιακό.
Ο παππούς έμεινε στο νοσοκομείο όλο το καλοκαίρι αλλά είχε ζήσει ήδη δυο πολέμους, ήταν γερό κόκαλο και κατάφερε να την σκαπουλάρει. Δύο μήνες αργότερα και καθώς έβγαινε από το νοσοκομείο με την στήριξη της γιαγιάς μου ένα πουλί πέρασε απότομα από μπροστά του και το σοκ εκείνο ήταν τόσο δυνατό που ένα δεύτερο καρδιακό τον έστειλε εν τόπω χλoερώ!
Στο τραπέζι που στρώσαμε μετά την κηδεία φάγαμε ψαρόσουπα, κρεμμύδι, ψωμί κι ελιές. Κονιάκ δεν σερβίραμε. Ο μπαμπάς άνοιξε μπίρες. Πολλές μπίρες. Όχι εκείνες τις μαύρες, ούτε τις άλλες τις χρυσές. Αυτές στο χρώμα της ελπίδας... το πράσινο. Και τσουγκρίσαμε όλοι στο όνομα της ελπίδας που δεν πεθαίνει ποτέ. Και ήπιαμε όλοι. Ήπια κι εγώ μία ελπίδα μοναχός μου. Κι άλλη μια που έκρυψα μέσα στο κοντοβράκι μου, την κατέβασα στα ζούλα πάνω σε μια νερατζιά, στο ίδιο κλαδί που ανέβαινα για να διαβάσω το «Μικρό ήρωα» απερίσπαστος.
Πραγματικά ποτέ δε θα ξεχάσω την κηδεία του παππού. Όλοι θυμηθήκαμε τις περιπέτειές του με το ασθενές φύλο. Γιατί ήταν μεγάλος γυναικοκατακτητής και μπερμπάντης, όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος όταν μας διηγόταν τις ιστορίες του. Ήρθαμε σε μεγάλο κέφι. Στο τέλος γελάσαμε τόσο, που δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια μας κι αν κάποιος περαστικός έμπαινε μέσα στην αυλή για να μας συλλυπηθεί σίγουρα δε θα μας παρεξηγούσε γιατί θα μπέρδευε τα δάκρυά μας με δάκρυα θρήνου. Κι όταν τα δυο καφάσια με τις ελπίδες τελείωσαν χυμήξαμε σαν λύκοι στο ολόφρεσκο, μοσχομυρωδάτο ρυζόγαλο της μητέρας μου, ενώ η γιαγιά ορκιζόταν ότι το πουλί, που κατάφερε να σκοτώσει τον παππού, ένα τόσο τρανό παλικάρι, ήταν μια γκρίζα δεκαοχτούρα. Εμείς πάντως ξέραμε ότι αυτό που στην πραγματικότητα ‘έστειλε’ τον παππού δεν ήταν το πουλί.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ

Στη δεύτερη μπίρα συνήθως συχωρνάω την ψυχή του παππούλη μου, ενώ η βαβούρα στο μπαρ μεγαλώνει κι ο καπνός απ’ τα τσιγάρα μ’ έχει καταστήσει κατά ενενήντα τοις εκατό αόμματο. Σ’ αυτήν την ομιχλώδη τύφλα το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να συνεχίσω να φέρνω στο νου εικόνες που με ευχαριστούν κι αναμνήσεις που μ’ έχουν μεθύσει σαν τέσσερις παγωμένες λάγκερ. Δεν ξέρω αν σας το είπα, αλλά συνήθως πίνω γύρω στις τέσσερις μπουκάλες, και πολύ περισσότερες όταν έχω να πάρω μιαν απόφαση πολύ σημαντική. Τώρα μόλις σφίγγω στο χέρι μου τη δεύτερη και φυσικά το δύο δεν είναι ο σωστός αριθμός που θα με πείσει να γυρίσω σπίτι μου τόσο νωρίς. Βλέπετε, από μικρό παιδί γύριζα στους δρόμους, έπαιζα και χοροπηδούσα και ποτέ δεν επέστρεφα στο πατρικό μου πριν βραδιάσει. Ε, ρε ξύλο που έπεφτε με τη ζωστήρα. Ο πατέρας μου μπορεί να ήτανε καλός άνθρωπος αλλά έτσι και δεν ήμουνα σπίτι στις οχτώ η ώρα για το βραδινό φαγητό, μου έχωνε κάτι ξανάστροφες που έλεγα το δεσπότη Παναγιώτη. Υπήρχαν βέβαια κι ορισμένες φορές που γλίτωνα τις σφαλιάρες. Αυτό συνέβαινε, όταν ο ίδιος ο πατέρας μου αργούσε να εμφανιστεί στο δείπνο και τότε τον παραλάμβανε η μητέρα μου.

**********************************************

Ήταν φθινόπωρο του ’75 που πήρα το χαρτί για να παρουσιαστώ στο πεζικό. Λίγο καιρό αργότερα παρουσιάστηκα για να υπηρετήσω τη μαμά πατρίδα με τον αέρα ενός άντρα με πείρα σαράντα ετών και ύφος χιλίων καρδιναλίων. Ο λοχίας μου ξεκαθάρισε ότι τα ‘τουπέ’ δεν πιάνουν στον στρατό. Πέντε μέρες φυλακή!...

Μετά ήρθε το καλοκαίρι, οι πρώτες αληθινές αντρικές φιλίες, οι έξοδοι και το ταβερνάκι του κυρ Ηλία με τους παστούς μεζέδες σε απόσταση πέντε τσιγάρων με ωτοστόπ από τον στρατώνα. Εκεί γνώρισα τον πρώτο έρωτα της ζωής μου. Ήταν μελαχρινή με ζεστά μάτια, έτρωγε σαρδέλα ξιδάτη, τσούγκριζε γελώντας δυνατά με την παρέα της κι έπινε μια μπίρα μοναχή της από το μπουκάλι! Σαν με είδε μου έκανε νεύμα να κάτσω δίπλα της και μου’δωσε και μένα να πιω απ’το ίδιο μπουκάλι. Αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής μου ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα... αργότερα παντρεύτηκα μιαν άλλη.


ΤΡΙΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ

Η τρίτη γύρα είναι η καλύτερη! Όπως έλεγε κι ο πατερούλης μου: “η μπίρα αγόρι μου δεν είναι σαν τις γυναίκες… μπορείς να πάρεις πάνω από μία τη βραδιά χωρίς ενοχές”. Τότε δεν καταλάβαινα τι εννοούσε παρ’όλ’αυτά όμως πάντα ακολουθούσα τις συμβουλές του χωρίς να βγω χαμένος.
Α, δεν ξέρω αν σας το είπα αλλά συνήθως πίνω γύρω στις τέσσερις μπουκάλες μπύρα, και πολύ περισσότερες όταν έχω να πάρω μιαν απόφαση πολύ σημαντική. Αυτό δεν μου το έμαθε ο πατέρας μου αλλά η ζωή. Τώρα βρίσκομαι στη μέση της τρίτης και το τρία είναι ο τυχερός μου αριθμός. Έχω ήδη φτιάξει τόσο ωραίο κεφάλι, που ούτε η βαβούρα μ’ ενοχλεί ούτε το τοπίο στην ομίχλη. Τα έχω απομονώσει όλα και το μόνο που με νοιάζει είναι να καταφέρω να παραμείνω σ’ αυτήν την ήρεμη νιρβάνα για όσο το δυνατόν περισσότερο.
Δε θέλω να σκέφτομαι άγχη που έχουν γεννηθεί μέσα από παραφουσκωμένους λογαριασμούς, συζυγικά προβλήματα και επαγγελματικές απώλειες. Αχ όταν είσαι νέος είναι όλα τόσο απλά. Νομίζεις ότι είσαι αήττητος και δεν σε σκιάζει φοβέρα καμιά. Μάλιστα δεν λησμονώ, πριν από δυόμισι δεκαετίες περίπου, το θάρρος και το θράσος που είχα να μπουκάρω μέσα στο γραφείο του διευθυντή και να ζητήσω αύξηση ενώ είχα μόλις διοριστεί. Βλέπετε παντρευόταν η αδελφούλα μου κι είχαμε τόσα πολλά έξοδα που δεν ξέραμε ποια τρύπα να πρωτοκλείσουμε. Το αφεντικό εκτίμησε τη γενναιότητά μου αλλά αύξηση δεν μου έδωσε. Τότε λοιπόν, για να του δείξω πόσο ανώτερος άνθρωπος ήμουν, του έκανα την πρόταση να βγούμε το ίδιο βράδυ για μπιρίτσα. Δέχτηκε. Εκείνος ο χαζός κατέβασε πέντε μισόλιτρες κούπες κι έγινε ντίρλα ενώ εγώ ήπια μόνο τέσσερις και το μυαλό μου γέννησε αμέσως μια καταπληκτική ιδέα. Την επόμενη μέρα το πρωί χτύπησα την πόρτα του διευθυντή και τον ευχαρίστησα για την υπέροχη παρέα που μου κράτησε, για τις μπίρες που με κέρασε και για την γενναιόδωρη αύξηση που δέχτηκε να μου δώσει μετά το τέταρτο μισόλιτρο. Φυσικά δεν ξέχασα να προσθέσω πόσο υποχρεωμένος ένιωθα για το τεράστιο μπόνους που υποσχέθηκε να μου δώσει ως δώρο για το γάμο της αδελφούλας μου και εννοείται πως φεύγοντας άφησα πάνω στο γραφείο του μια πρόσκληση για το μυστήριο και μια για το μεταγαμήλιο τραπέζωμα στο ‘Κουτούκι του Λιανού’.

Εκείνη την ημέρα γλεντήσαμε από το σούρουπο ως την αυγή από τη χαρά μας. Η μητέρα κι ο πατέρας μου δεν σταμάτησαν να μου χτυπάνε την πλάτη και να μου λένε πόσο περήφανοι ένιωθαν που είχανε γιο εμένανε, έναν τόσο έξυπνο κι όμορφο λεβέντη!
Οι γείτονες περνούσαν απ’ έξω χαμογελαστοί κι εμείς που τρωγοπίναμε στην αυλή τους προσκαλούσαμε στο τραπέζι μας ώσπου σχεδόν όλη η γειτονιά είχε μαζευτεί έξω απ’ το σπιτικό μας για να χαρεί κι αυτή με τις χαρές μας. Τότε ήταν που ο πατέρας έκρινε αναγκαίο να ανοίξει μπίρες. Πολλές μπίρες. Όχι εκείνες τις καφετιές, ούτε τις άλλες τις χρυσές. Αυτές στο χρώμα της ελπίδας. Και ήπιαμε όλοι. Ήπια κι εγώ τρεις ελπίδες μοναχός μου κι άλλη μια που έκρυψα μέσα στο σακάκι μου την κατέβασα στα ζούλα στον εξώστη του πονηρού, κεντρικού σινεμά στην ίδια θέση όπου καθόμουν πάντα για να πάρω μάτι απερίσπαστος.
Έτσι γιορτάσαμε και τσουγκρίσαμε μπουκαλοπότηρα στην αύξησή μου, στους γάμους της μικρής μου αδελφής που κοντοζύγωναν και στο όνομα της ελπίδας που δεν πεθαίνει ποτέ. Τέτοια ευθυμία, γλέντι και χορός σας λέω δεν είχε ματαγίνει... ούτε στην κηδεία του παππού!



ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ

Αργά και σταθερά λοιπόν έφτασα στον τελευταίο γύρο μπίρας. Όταν αυτό εδώ το γυάλινο μπουκάλι με τις υπέροχες καμπύλες, που σε αναλογίες θυμίζει έντονα τους αστραγάλους της συζύγου μου, αδειάσει θα σημάνει και το τέλος της βραδινής μου εξόρμισης. Δεν βγαίνω έξω συχνά, από τότε που παντρεύτηκα, δηλαδή τα τελευταία είκοσι χρόνια. Μπορεί να κατάφερα να παραμείνω στην ίδια δουλειά για δυόμισι περίπου δεκαετίες αλλά δυστυχώς μετά το μπόνους που έδωσε το αφεντικό μου για το γάμο της αγαπημένης μου αδελφούλας άλλη αύξηση δεν πήρα κι ας δούλευα σαν το σκυλί! Εκείνη τη δύσκολη οικονομικά για την οικογένειά μου περίοδο και τι δε θα’ κανα για κάτι παραπάνω... από υπερωρίες μέχρι γάμο. Αφού το πρώτο λοιπόν δεν έπιασε ήμουν διατεθειμένος να φτάσω μέχρι και στην εκκλησία!
Η κόρη του αφεντικού μπορεί εμένα να μη με συγκινούσε τόσο σα γυναίκα αυτή όμως με ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Γνωριστήκαμε στο χριστουγεννιάτικο πάρτι που έκανε η εταιρεία μας το 1986. Στην αρχή δεν είχα καταλάβει ότι το κοριτσάκι με το μπλε πουά φόρεμα που με κοιτούσε αλλοιθωρισμένο ήταν η κόρη του διευθυντή. Η αλήθεια είναι πως εκείνη τη βραδιά το δικό μου ενδιαφέρον ήταν στραμμένο αλλού. Όταν όμως είδα το αφεντικό να έρχεται προς το μέρος μου έξαλλο και να μ’απειλεί ότι θα με απολύσει αν δεν χορέψω μ’εκείνη την τρελοκοτσιδού που είχε πλαντάξει από το κλάμα κατάλαβα πως δεν είχα άλλα επιλογή παρά να υπακούσω. Έτσι και χόρεψα λοιπόν μέχρι το χορό του Ησαϊα... «Ωραίος γάμος!» είπαν όλοι. Στη δεξίωση παρευρίσκονταν φίλοι και γνωστοί αλλά και πολλοί άγνωστοι. Η μητέρα μου έκλαιγε από συγκίνηση ενώ ο πατέρας μου ζητούσε απεγνωσμένα μια μπίρα.
Η ακριβή σαμπάνια έρρεε άφθονη. Το ίδιο και το καλό κρασί. Μπίρα πουθενά, ούτε και ελπίδα... Αν κάναμε το γαμήλιο τραπέζι στην αυλή του πατρικού μας ο πατέρας μου θα είχε γκρεμίσει το σπίτι και θα το είχε ξαναχτίσει μόνο με γεμάτα καφάσια μπίρας έτσι για να μπορούμε να πίνουμε όπου κι αν σταθούμε. Στο γάμο μου όμως κάτι έλειπε. Έλειπε η χαρά, έλειπε το γέλιο, το τραγούδι... έλειπε το πράσινο! Τσουγκρίσαμε κρυστάλλινα ποτήρια αλλά κανείς δεν ήπιε στο όνομα της ελπίδας. Πόσο λησμόνησα την κηδεία του παππού, την ενηλικίωσή μου και τα καψόνια του λοχία μου εκείνη τη νύχτα! Ω ναι... εκείνη την πρώτη νύχτα του γάμου που ενώ έπρεπε να εκτελέσω τα συζυγικά μου καθήκοντα, σκαρφάλωσα στο πιο γερό κλαδί μιας νεραντζιάς μαζί με τέσσερα κουτάκια ξανθού νέκταρ. Δεν είμαι σίγουρος αν το ξέρετε αλλά συνήθως πίνω γύρω στα τέσσερα μπιρόνια, και πολύ περισσότερα όταν έχω να πάρω μιαν απόφαση πολύ σημαντική. Την πρώτη νύχτα του γάμου μου λοιπόν αποφάσισα να την περάσω πάνω στο φιλόξενο, μυρωδάτο δεντράκι αντί στη ζεστή συζυγική κλίνη. Εκεί με βρήκε ο πατέρας μου το πρωί, ο οποίος την ώρα που με κατέβαζε από το ταλαιπωρημένο οπωροφόρο μου είπε την εξής σοφή κουβέντα: «Μια μπίρα είναι η καλύτερη γκόμενα γιε μου γιατί δεν έχει απαιτήσεις και δεν νευριάζει όταν γυρνάς στο σπίτι και μυρίζεις μιαν άλλη μπίρα.»
Σοφός άντρας! Του φίλησα το χέρι και μ’ έβαλε να του υποσχεθώ πως δε θα το βάλω ποτέ κάτω στη ζωή μου, σε καμία δυσκολία. Πως δεν θα στεναχωρηθώ για κανέναν άντρα (δεν κατάλαβα τι εννοούσε εδώ) και για καμιά γυναίκα (αυτό το κατάλαβα). Και μετά από λίγο καιρό έφυγε... Μια για πάντα... κι εννοείται πως μετά την κηδεία κάναμε τραπέζι στην αυλή. Κι αν δεν ήταν εκεί ο μπαμπάς για να βγάλει έξω τα καφάσια με τις ελπίδες, ήμουνα εγώ! Αυτήν τη φορά δεν έχωσα κανένα μπουκάλι ούτε στο παντελόνι, ούτε στο σακάκι. Δεν ήπια ούτε μια γουλιά στη ζούλα. Τις ήπια όλες φανερά, με καμάρι γιατί ήμουν εγώ πλέον ο άντρας του σπιτιού ή ακόμα καλύτερα ο άντρας δύο σπιτιών.



ΠΕΜΠΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ

Δεν ξέρω αν το θυμάστε αλλά συνηθίζω να πίνω μόνο τέσσερα μπουκάλια παγωμένη... χαλαρωτική μπύρα και πολύ περισσότερα όταν έχω να πάρω μιαν απόφαση σημαντική. Βέβαια αυτό που παθαίνω μετά το τέταρτο μπουκάλι είναι πως κάθε φορά λησμονώ τους λόγους για τους οποίους δεν ήθελα να επιστρέψω σπίτι πρωτύτερα. Κατά έναν πολύ περίεργο τρόπο λοιπόν η μπίρα διατηρεί ορισμένους θεσμούς, όπως αυτόν της οικογένειας, ακλόνητους. Κι αν κάποιος πιει και πέμπτη και έκτη μπουκάλα θα το θυμάται μετά; Εσείς μπορεί... εγώ όμως σταματάω να μετρώ και να ενθυμούμαι ο,τιδήποτε μετά τον τέταρτο γύρο.
Γι’ αυτό μη σας κάνει εντύπωση το ότι θα γυρίσω αμέσως τώρα πίσω στο ζεστό συζυγικό μου κρεβάτι. Άλλωστε αν δεν το κάνω αυτό, αύριο το μεσημέρι θα χάσω το αγαπημένο μου φαγητό: μοσχαράκι με μπίρα και καρότα στο φούρνο… συνοδευόμενο, δυστυχώς, από το σκιαχτικό υπονοούμενο της γυναίκας μου ότι ο έρωτας περνάει απ’το στομάχι!

Χρυσούλα Μολογιάννη

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments