Ώριμοι διάλογοι ωρίμων ανδρών…

Καλύπτοντας το εγγλέζικο κοστούμι του μ'ένα καμηλό παλτό κι αφού φόρεσε το καπέλο και τα δερμάτινα γάντια του, ο αριστοκρατικός, ώριμος άνδρας έριξε μια ματιά στο μεγάλο ρολόι του τοίχου. Η ώρα ήταν 10:45 πμ. Σε ένα τέταρτο θα έπρεπε να είναι στου ZONAR'S για να συναντήσει κάποιον φίλο απ'τα… παλιά.
Το εορταστικό κλίμα με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια ως λαμπερούς πρωταγωνιστές στις βιτρίνες των μαγαζιών έκαναν τη σύντομη διαδρομή απ'το νεοκλασικό στην οδό Βουκουρεστίου μέχρι το καθώς πρέπει καφέ-ζαχαροπλαστείο ιδιαίτερα ευχάριστη για τον κλασάτο μπον βιβέρ. Τόσο ευχάριστη μάλιστα που ένα εύθυμο τραγουδάκι, χωρίς φυσικά να ξεγλυστρά απ'τα ελαφρώς μειδιάζοντα χείλη του, στριφογυρνούσε χαρωπά στο εύστροφο και 'νεανικά διατηρητέο' μυαλό του:
«Χριστούγεννα σε γνώρισα κι είχα ποδάγρα φως μου
αχ! να'μουν είκοσι ετών για να σε είχα μπρος μου
με την κυλότα μοναχά να'πλαθες κουραμπιέδες
κι εγώ από το πάρκινσον να χύνω τους καφέδες…»
Προτού προλάβει να ολοκληρώσει νοερά το σατιρικό αυτό άσμα που συνήθιζε να ερμηνεύει ως πιτσιρικάς αντί για κάλαντα πίσω από την πλάτη της αυστηρής και ηθικοτάτης οικογένειάς του, ένα χέρι τον άρπαξε απότομα από τον ώμο αναγκάζοντάς τον να κάνει στροφή 180 μοιρών για ν'αντικρίσει ένα πρόσωπο πέρα για πέρα γνωστό, αν και ολίγον τι τσιτωμένο- έως παραφουσκωμένο- το πρόσωπο του φίλου εκείνου... απ'τα παλιά!
- Ε λοιπόν, αν με ξανατρομάξεις κατ'αυτόν τον τρόπο και στην επόμενη συνάντησή μας, δηλαδή σε άλλα δέκα χρόνια από τώρα, να φροντίσεις τουλάχιστον να έχουμε ραντεβού μπροστά από κανένα μεγάλο ιατρικό κέντρο! Όχι τίποτ'άλλο να γλυτώνουμε και τ'ασθενοφόρα βρε αδερφέ! είπε ο Βασίλειος ανοίγοντας την πόρτα της σικάτης καφετέρειας με το ένα χέρι ενώ με το άλλο έβγαλε το καπέλο του ως ένδειξη ευγενών τρόπων και καλής ανατροφής.
- Έννοια σου Βασιλάκη μου και θα το έχω υπόψιν μου, απάντησε χαμογελαστά ο φουσκομάγουλος μεσήλικας σχεδόν τυφλωμένος από την άπλετη γυαλάδα στην κορυφή του κεφαλιού του φίλου του. Παρεπιπτόντως, καράφλιασες, σχολίασε, κατά τ'άλλα διατηρείς τη νεανική σου ομορφάδα. Φτου σου βρε!
- Και η δική σου η κεφαλή δεν διαφέρει από αυτήν της όμορφης, ροδοκόκκινης γιορτινής μας γουρνοπούλας διάσημε πλαστικέ χειρουργέ. Έκανες και δεύτερο λίφτινγκ ή μου φαίνεται;
- Με προσβάλεις, αυτό είναι το τρίτο. Σε λίγο καιρό θα λανσάρουμε μια νέα μέθοδο και τη δοκιμάζω πρώτα στον εαυτό μου…
- Μπράβο Τάσο, μπράβο και εις ανώτερα… άντε και καλά στερνά! απάντησε ο Βασίλειος μιμούμενος το καυστικό, σατιρικό πνεύμα που χρησιμοποιούσαν τότε… όντας νέοι!
- Ευχαριστώ! Και στα δικά σας! Αντευχήθηκε ο Τάσος χωρίς να παραλείψει να φτύσει στον κόρφο του αλλά και να προσθέσει χαμηλόφωνα κοιτώντας τα παπούτσια του 'μου έλειψες'!
- Είσαι κι ευαίσθητος τρομάρα σου, άντε πάμε να σε κεράσω ένα καφεδάκι να στανιάρεις… άντε βρε παλικάρι της φακής! Αστειεύτηκε ο Βασίλειος σκουπίζοντας εν συνεχεία ένα 'ύποπτο' σκουπιδάκι απ'την άκρη του ματιού του και το ώριμο ντουέτο κατευθύνθηκε με γέλια σε ένα γωνιακό τραπεζάκι.
Λίγο πιο δίπλα καθόταν μια παρέα από νεαρούς που γελούσαν κι αυτοί κάνοντας τα δικά τους αστεία. Εκείνοι είχαν μπροστά τους χαρτιά τυλιγμένα σε κυλίνδρους, πιασμένα με σκούρα κορδέλα στη μέση κι έπιναν μπύρες… πολλές μπύρες… κάποιοι την απολάμβαναν σε παγωμένο ποτήρι, κάποιοι άλλοι την κατέβαζαν από το μπουκάλι και όσο πλήθαιναν τα μπουκάλια τόσο το κέφι τους μεγάλωνε…
- Μωρέ Τάσο να σου πω κάτι;
- Όχι, αν είναι να κάνεις κακεντρεχή σχόλια για το νέο μου αρυτίδωτο πρόσωπο.
- Βρε τι με νοιάζουν εμένα τα τραβήγματα και οι σιλικόνες… εμένα λόγος δεν μου πέφτει αγαπητέ μου. Εγώ είμαι ένας μορφωμένος, προχωρημένος και ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Σε ξένη παρειά θα κάνω κουμάντο εγώ; Άλλο προσπαθώ να σου πω τώρα.
- Τι προσπαθείς να μου πεις δηλαδή;
Ο Βασίλειος έσκυψε συνομωτικά προς τη μεριά του φίλου του και χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του…
- Να βρε παιδί μου, κοίτα τους νεαρούς εκεί δίπλα…
- Ε, ναι τους βλέπω. Που είναι το περίεργο;
- Μα δεν τους χαίρεσαι; Κοίτα τι παλίκαροι που είναι και πόσο όμορφα περνάνε! Πες μου ότι δε θα'θελες να είσαι στην παρέα τους; Ψιθύρισε με παράπονο χτυπώντας βροντερά τα χείλη του.
- Αααα για κάτσε Βασίλειε γιατί δε μου τα λες καλά. Άλλαξες γούστα στα γεράματα; Καλά δεν ντρέπεσαι βρε γερομπιζμπίκι; Τι ψυχή θα παραδώσεις;
- Τι λες βρε ανήθικε άντρα! Ποιος σου είπε ότι ορέγομαι – ο Θεός να με συγχωρέσει- τους νεαρούς που έχουν την ηλικία του εγγονού μου; Έχεις ξεκουτιάνει εντελώς;
- Τότε γιατί ξερογλύφεσαι και χτυπάς τις χειλάρες σου πλάπα πλούπα όλη την ώρα σαν γέρικο μουλάρι; Τι ορέγεσαι αν όχι τους παλίκαρους;
- Τις μπύρες που πίνουν ορέγομαι βλαξ, τις μπύρες τους! Όχι τους ίδιους! Έλεγα μήπως να πίναμε κι εμείς καμιά μπύρα αντί για καφεδάκι ελληνικό. Εξομολογήθηκε τελικά ο ρυτιδιασμένος παίς κι έκατσε σαφώς πιο χαλαρά στην καρέκλα του.
- Μπα, τι έγινε; Ζήλεψες μπουμπούκι μου; Είδες τα παλικάρια που κατεβάζουν τις μπύρες μονοκοπανιά και θες να το παίξεις τζόβενο;
- Δεν θέλω να το παίξω, είμαι! Έτσι νιώθω αγαπητέ μου… νεαρούλης… και στην καρδιά και σε όλα! Και δεν έχει κανείς εγκληματίας το δικαίωμα να μου απαγορεύσει να δείχνω και να αισθάνομαι μικρότερος, ομορφότερος και πιο ευτυχής! Αν μη τι άλλο έναν τέτοιο εγκληματία δεσμεύομαι να τον κυνηγώ εν ζωή και να τον στοιχειώνω μετά θάνατον!
- Μα καλά τι σ'έπιασε τώρα;- Λιγούρα χειρουργέ μου. Δίψα. Ανάγκη για ζωή… ή έστω για αναμνήσεις. Εκτός βέβαια αν αρνείσαι να πιεις γιατί φοβάσαι…
- Τι να φοβάμαι Βασίλειε;
- Για το αν ο ζύθος επηρεάζει δυσμενώς το τραβηγμένο σου μέτωπο.
- Καθαρό μέτωπο αστραπές δε φοβάται. Γκαρσόν! Δυο μπύρες παρακαλώ!
- Και δυο ποτήρια κολωνάτα! Πρόσθεσε ο Βασίλειος που ήταν μαθημένος από μωρό στην πολυτέλεια, αναθρεμένος από γερμανίδα κουβερνάντα και σπουδασμένος στην Αγγλία.
Όχι , δεν ήταν όποιος κι όποιος αλλά ένας ιδιαίτερα επιτυχημένος πολιτικός μηχανικός, παροπλισμένος βεβαίως τώρα πια, αλλά με ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό βιογραφικό που απαριθμούσε μια πληθώρα κατασκευαστικών επιτευγμάτων. Η δημιουργία σπουδαίων κτιρίων και γεφυρών σε Αγγλία, Γερμανία καθώς και εγχωρίων δημοσίων οικοδομημάτων και αμαξοστοιχείας ήταν λίγα από τα έργα του για τα οποία μόχθησε μια ολόκληρη ζωή αλλά και για τα οποία δεν καυχήθηκε ποτέ σε κανέναν.
- Βασιλάκη! Βασιλάκη! Ρίξε μια ματιά έξω στο δρόμο να δεις τι περνάει αυτή τη στιγμή…!
προέτρεψε με πονηρό βλέμμα ο Τάσος τον παλιό του φίλο που, χωρίς να χάσει καιρό, γύρισε για να θαυμάσει μέσα από τα χοντρά, κοκκάλινα γυαλιά του κάτι φουσκωτό… και φυσικά δεν αναφερόμαστε στα μάγουλα του πλαστικού χειρουργού. Πολύ απλά εκείνη την ώρα διάλεξε να πέρασει έξω απ'το πολυτελές καφέ μια όμορφη, νεαρή γυναίκα φορτωμένη με σακούλες. Η μαύρη βιζόν γούνα που είχε επιλέξει να φορέσει η κοπέλα με καμάρι, καθώς κορδωνόταν για να την αναδείξει, ήταν ξεκούμπωτη αφήνοντας ακάλυπτο ένα αβυσσαλέο και υπερκινητικό 'ντεκολντέ'.
- Πω πω ένας τσολιάς! Κοίτα κάτι χαρούμενα 'μπαλόνια' Βάσο μου! Ανέκραξε ο σαφώς πιο αυθόρμητος Τάσος την ώρα που ένας μελαχρινός νεαρός ακούμπησε την παραγγελία στο τραπέζι τους. Το γκαρσόνι, κοίταξε με περιέργεια κι αφού έπιασε το μάτι του την προικισμένη γουνοφορούσα, συμφώνησε πως «ναι, τα μπαλόνια της είναι όντως χαρούμενα» και μετά απομακρύνθηκε προς το μπαρ…
- Ρεζίλι γίναμε, είπε κουνώντας το κεφάλι του ντροπιασμένα ο πολιτικός μηχανικός. Γέμισε το κολωνάτο ποτήρι με άφθονη, ξανθή μπύρα κι αφού ήπιε μια απρόσμενα γερή δόση πήρε το θάρρος να φέρει τη συζήτηση σε πιο τολμηρά μονοπάτια…
- Και δε μου λες τώρα εσύ… πως κατάλαβες ότι είναι χαρούμενα; Τους έπιασες κουβέντα και σου το είπαν;
- Ε, δεν τα βλέπεις πως κουνιούνται; Πάνε πάνω – κάτω, πάνω – κάτω… σαν χορεύτριες καν καν! Εσύ θα χόρευες καν καν αν δεν ήσουν χαρούμενος;
- Εγώ φίλε μου καλέ, θα προτιμούσα να έβλεπα ζουμερές θυγατέρες να χορεύουν καν-καν αντί να βλέπουν εκείνες εμένα να γελοιοποιούμαι μιας και ως γνωστόν δεν υπήρξα ποτέ χορευτής. Όμως μιας και μιλάμε για 'μπαλόνια' και ζουμερές κορασίδες για θυμήσου τότε στα νιάτα μας που σπουδάζαμε στην Αγγλία και ήμαστε συγκάτοικοι. Θυμίσου εκείνη την παμπ που πηγαίναμε για μπύρες. Εκείνη τη σερβιτόρα μωρέ… αχ πως τη λέγανε…
- Την Σάλυ λες!
- Ναι μπράβο! Τη Σάλυ… Αυτή η Σάλυ ήταν άλλο πράμα βρε Τάσο. Κοκκινομάλα, γαλανομάτα, πληθωρική, με χειλάκι πετροκέρασο και δέρμα τόσο λευκό κι αφράτο σαν φρέσκο βούτυρο γάλακτος …
- Με λίγα λόγια έβλεπες τη Σάλυ και σου έτρεχε το σάλι, διέκοψε ο πλαστικός χειρουργός αποσπώντας ένα ηχηρό γέλιο από τον νυν ώριμο φίλο και τέως παλιό του συγκάτοικο.
- Και λίγα λες! Για θυμίσου πως κουβάλαγε τις ποτηράκλες με τις μπύρες… Πέρναγε τα χερούλια των ποτηριών από το μπράτσο μέχρι τον καρπό της… πηγαινοερχόταν με τουλάχιστον τέσσερεις μπύρες σε κάθε χέρι… και μιλάμε για μισόλιτρα! Τι γυναίκα!
- Χμμμ… Μπα, εμένα δεν με τραβάει τίποτα απ'όλα αυτά σε μια γυναίκα. Εμένα μου άρεσε μόνο… το μεγάλο στήθος της! Αποφάσισε ο Τάσος.
- Εσύ πάντα είχες μια ιδιαίτερη σχέση με τα μπαλόνια φίλε μου. Που να φανταζόσουν τότε που ήσουν παιδί και σου άρεσε τόοοσο να παίζεις με μπαλόνια ότι όταν μεγάλωνες θα σπούδαζες πλαστική χειρουργική στο Λονδίνο και μια μέρα θα έβαζες κι εσύ μπαλόνια στις πελάτισές σου!
- Ιντίντ μάι ντίαρ! Αποκρίθηκε με άπταιστη αγγλική προφορά ο αγαπημένος φίλος του Βασίλειου και σηκώνοντας το μισογεμάτο ποτήρι με την μπύρα έκανε την εξής πρόποση: "Πίνω στα μπαλόνια!"
- Τα δεμένα με κορδόνι για να μην τα παίρνει ο αέρας ή χωρίς; Αστειεύτηκε ο μηχανικός κι αφού τσούγκρισαν τις μπύρες τους κατέβασαν το περιεχόμενο του κολωνάτου ποτηριού μονομιάς.
- Σαν να 'λύθηκες' λιγάκι Βασιλάκη μου με την μπυρίτσα. Βλέπω κάνεις και χιούμορ. Παρατήρησε δήθεν εντυπωσιασμένος ο Τάσος.
- Πάντα έκανα χιούμορ αγαπητέ μου, μόνο που ήταν τόσο προχωρημένο που εσύ δεν το καταλάβαινες. Απάντησε έξυπνα κλείνοντας το μάτι ο φανερά πιο ευδιάθετος μηχανικός.
Και η διπλανή παρέα όμως, αυτή με τους νεαρούς, φαινόταν να το διασκεδάζει. Μισό λεπτό αργότερα κάλεσαν το γκαρσόνι να τους φέρει άλλη μια γύρα μπύρες.
- Και σε μας άλλον ένα γύρο παλικάρι! Βρήκε την ευκαιρία να φωνάξει ο Τάσος κερδίζοντας μια κλωτσιά στο καλάμι απ'τον φίλο του, συνοδευόμενη από ένα τεράστιο: "ΣΟΥΤ βλαξ, που νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Στην παμπ που συχνάζαμε πριν μισό αιώνα; Ηρέμησε!"
- Ηρεμώ Βασίλειέ μου! Συγχώρα με αλλά έχω μια μικρή υπερδιέγερση γιατί σήμερα βγήκα τσάρκα για πρώτη φορά με το νέο μου αμάξι.
- Ομιλούμε για τη μαύρη, γυαλιστερή Μερσεντές που διακρίνω εκεί απέναντι; Ρώτησε ο Βασίλειος δείχνοντας το πολυτελές όχημα που ήταν παρκαρισμένο παράνομα στη γωνία.
- Όχι βέβαια! Το καινούριο μου αυτοκίνητο είναι… Τζάγκουαρ! Φώναξε ο πλαστικός και φούσκωσε σα γαλόπουλο από υπερηφάνια.
- Μωρέ μπράβο! Τι μου λες; Εσύ δηλαδή έχεις πλέον μια μικρή συλλογή από λιμουζίνες!
- Μόνο μικρή; Τεράστια συλλογή φίλε μου! Αν συνεχίσω έτσι σε λίγο καιρό θα σπάσω και το ρεκόρ Γκίνες! Πανηγύρισε χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι και το ποδαράκι στο πάτωμα ο ώριμος κατά τ'άλλα Τάσος, ενώ ο ίδιος νεαρός που βρήκε την ώρα να έρθει για να εναποθέσει στο τραπέζι τους άλλες δυο μπύρες, τον κοίταξε περίεργα.
- Νεαρέ εμείς οι δύο έχουμε πολύ κακό τάιμινγκ σήμερα! Είπε ο Τάσος αυστηρά κοιτώντας το γκαρσόνι το οποίο κουνώντας το κεφάλι του καταφατικά αποχώρησε.
- Βρε οργισμένο τζόβενο έχεις τρελαθεί; Πως μιλάς έτσι στο προσωπικό; Θα φας κι άλλη καλαμιά, σε προειδοποιώ! Απείλησε ο Βασίλειος τον άτακτο φίλο του.
- Ωχ καημένε! Άντε πιες την μπύρα σου τώρα και θα νιώσεις τόσο χαλαρά που είμαι σίγουρος ότι θα τα ξεχάσεις όλ'αυτά σε λίγο.
- Τι να σου πω τώρα… ό,τι και να πω χαμένο θα πάει… άλλωστε πάντα απαξίωνες τους τύπους του σαβουάρ βίβρ, ίσως γι'αυτό να σε θαύμαζα γιατί ήσουν το αντίθετο από μένα! Ας πιούμε σ'αυτό λοιπόν παλιόφιλε.
Και ο Βασιλάκης μαζί με τον Τασούλη τσούγκρισαν για δεύτερη φορά τα ποτήρια τους κι αφού ήπιαν και ευχαριστήθηκαν άρχισαν να πειράζουν πάλι ο ένας τον άλλον σαν δυο άτακτα, γκρινιάρικα παιδάκια που όμως είχαν χρυσή καρδιά κι ας ξέρανε βαθιά μέσα τους πως μαζί δεν κάνανε και χώρια δεν μπορούσαν…
- Και δεν μου λες γιατρέ μου, τι κάνει η ερίτιμος σύζυγός σου; Και ρωτώ μόνο για την υγεία της διότι όσον αφορά στην εμφάνισή της είμαι σίγουρος ότι όσο πιο πολύ μεγαλώνει τόσο πιο όμορφη θα γίνεται, ας είν' καλά το ξακουστό νυστέρι του ανδρός της…
- Η Τζένη μια χαρά είναι μακάρι όλοι να'χαμε την κράση, την αισιοδοξία και τα κουράγια της. Αυτή τι ανάγκη έχει; Η μόνη της έννοια είναι τα κομμωτήρια, οι κούρες ομορφιάς, τα μασάζ, οι εκδρομές με τις φίλες της… Αυτή θα ζήσει χίλια χρόνια Βάσο μουουου, αλίμονο σε μας να λες που θ'αφήσουμε πίσω βλακωδώς δύο πολύ πλούσιες και κυρίως πολύ εύθυμες χήρες!
- Βρε κουνήσου απ'τη θέση σου παλιογρουσούζη! Εγώ μια χαρά νιώθω στο'πα και πριν… Και η Περσεφόνη μου είναι μια κυρία. Εξαιτίας της έζησα μια όμορφη ζωή και απέκτησα έναν γιο και δυο εγγονούς! Της έχω πλήρη εμπιστοσύνη και δεν μετανιώνω για τίποτα. Μη βλέπεις εσύ που δεν εμπιστεύεσαι άνθρωπο γεροπαράξενε! αναφώνησε και ήπιε μια γερή ρουφηξιά από το κολωνάτο ποτήρι του.
- Ε, λοιπόν έχεις δίκιο ρε Βάσο και ξέρεις τι φταίει για όλα αυτά; Φταίει ότι πολλά χρόνια πριν, όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να υιοθετήσω εκείνο το κοριτσάκι, δεν την άρπαξα. Θέλησα να συνεχίσω την προσπάθεια. Νόμιζα ότι θα κατάφερνα να γιατρευτώ, έχοντας την ελπίδα πως κάποτε θ'αρχίσουν να 'δουλεύουν' τα τεμπέλικα, άσφαιρα σπερματοζωάριά μου. Το πήρα εγωιστικά βλέπεις ο ηλίθιος, πίστευα πως επειδή δεν μπορούσα ν'αφήσω έγκυο τη γυναίκα μου είχα χάσει και τον ανδρισμό μου. Αν είχα πράξει διαφορετικά όμως τώρα θα είχα μια κόρη. Ίσως και ένα εγγόνι… και μπορεί να ήταν στην ηλικία του Ηρακλή σου Βάσο μου. Αλήθεια για πες μου τι κάνει ο εγγονός σου; Φαντάζομαι ότι θα είναι το καμάρι της οικογένειας τώρα που θα γίνει πολιτικός μηχανικός σαν τον παππού του και…
- Δεν θα γίνει πολιτικός μηχανικός… έγινε ήδη!!! Συμπλήρωσε μια νεανική φωνή και ο εγγονός του Βασίλειου με τα τεράστια, εκφραστικά μάτια έκανε την εμφάνισή του αγκαλιάζοντας και φιλώντας τον παππού του με ενθουσιασμό. Στα ένα του χέρι κρατούσε περήφανα ένα χαρτί τυλιγμένο κυλινδρικά, πιασμένο με σκούρα κορδέλα στη μέση, όμοιο σαν τα χαρτιά που είχαν μπροστά τους και τα παλικάρια του διπλανού τραπεζιού. Ο ευδιάθετος εγγονός γύρισε και χαιρέτησε τους νεαρούς κάνοντάς τους νεύμα ότι θα κάτσει στο τραπέζι μαζί τους αργότερα. Έπειτα έδειξε το χαρτί στον παππού του.
- Το πτυχίο σου; Ρώτησε ο Βασίλειος και ο Ηρακλής έγνεψε «ναι».
- Συγχαρητήρια αγόρι μου δεν ξέρεις πόσο χαρούμενος και περφήφανος είμαι για σένα, έλα να σε ξαναφιλήσω! Το'πε και το 'κανε ο γηραιός πολιτικός μηχανικός και μάλιστα, όχι μια, αλλά δύο φορές.
- Παππού βλέπω τα τσούζετε τα μπυρόνια εδώ με τον κύριο…
- …Τάσο! Λέγε με Τάσο παλικάρι μου. Είμαι παλιός φίλος με τον παππού σου. Ήμαστε συγκάτοικοι στην Αγγλία τα χρόνια των σπουδών μας. Ο παππούς σου κάθε φορά που μιλάγαμε στο τηλέφωνο όλο για σένα μου έλεγε. Νιώθω σα να σε ξέρω ήδη. Συγχαρητήρια για το πτυχίο σου! Και καλότυχος…
- Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Τάσο, ο πλαστικός χειρουργός φαντάζομαι… και για σας ακούμε πολύ συχνά…
- Ναι αλλά, εγώ φαντάζομαι, όχι τα καλύτερα, διέκοψε γελώντας ο Τάσος που αμέσως δέχτηκε δεύτερη καλαμιά από τον φίλο του. Τι πόνος!
- Αγόρι μου να σε κεράσουμε κάτι; Μια μπυρίτσα; Εμείς εδώ απ'ότι βλέπεις πάμε για τον τρίτο γύρο. Γκαρσόν! Φέρε τρεις μπύρες κι ένα κολωνάτο ποτήρι! Φώναξε ο Βασίλειος και για πρώτη φορά δέχτηκε αυτός μια κλωτσιά στο καλάμι από τον Τάσο! Σέκος ο Βασίλειος…
- Σ'ευχαριστώ παππού μου αλλά εγώ δεν θα την πιω σε ποτήρι προτιμώ να τη ρουφάω από το μπουκάλι, έτσι μου δίνει μεγαλύτερη ευχαρίστηση, είπε ο Ηρακλής σχεδόν απολογητικά.
- Βρε ας φέρουνε εδώ τις μπύρες και θα πιούμε όλοι από το μπουκάλι! Να κεράσουμε και τα παιδιά που κάθονται δίπλα μας. Γκαρσόν! Φέρε μπύρες και για τους φίλους του εγγονού μου! Αλήθεια συμφοιτητές σου είναι τα παιδιά καμάρι μου;
- Ναι, είπαμε να έρθουμε εδώ να το γιορτάσουμε με κανα-δυο-τρεις μπυρίτσες. Και για καλή μου τύχη βρήκα κι εσάς εδώ. Για το βράδυ έχουμε διοργανώσει ένα παρτάκι. Εννοείται πως είστε καλεσμένοι!
- Εννοείται ότι θα παρευρεθούμε λοιπόν!!! Πετάχτηκε απότομα από την καρέκλα του κατενθουσιασμένος ο Τάσος και παραλίγο να μπουρδουκλώσει το γκαρσόνι που κατάφερε ν'αφήσει τον δίσκο με τις μπύρες άθικτες στο τραπέζι και να φύγει τρέχοντας. Σε χρόνο dt επέστρεψε με το κέρασμα των συμφοιτητών του Ηρακλή και απομακρύνθηκε με τον ίδιο τρόπο.
- Τάσο μου πιστεύω ότι φεύγοντας επιβάλλεται ν'αφήσεις ένα γερό πουρμπουάρ στο γκαρσόνι που τρομοκράτησες και συνεχίζεις να τρομοκρατείς με τη συμπεριφορά σου εδώ μέσα τις τελευταίες δύο ώρες.
- Λεπτομέρειες, λεπτομέρειες αγαπητέ μου! Λοιπόν… στην υγειά σου Ηρακλή, στην υγειά των συμφοιτητών του Ηρακλή, στην υγειά όλων αυτών που είναι και νιώθουν νέοι. Στην υγειά όλων μας! Είπε ο φίλος του Βασίλειου… εκείνος από τα παλιά. Και κρατώντας τις μπύρες τους ψηλά αφού τσούγκρισαν όλοι, κατέβασαν το ξανθωπό, τερψιλαρύγγειο ποτό μονομιάς απ'το μπουκάλι.
Αυτό σήμανε το τέλος της συνάντησης για τους δυο 'παλιόφιλους'. Η ώρα, βλέπετε, ήταν ήδη 12:45 και ο ώριμος πολιτικός μηχανικός είχε δεκαπέντε λεπτά δρόμο μέχρι να επιστρέψει στο νεοκλασικό του στην οδό Βουκουρεστίου. Μετά θα έπρεπε να φορέσει πιο πρόχειρα ρούχα, να πλυθεί, να βάλει τη BURBERRY'S ρόμπα του και να απολαύσει το μεσημεριανό φαγητό του στις 13:30 ακριβώς! Κι είχε μια όρεξη σήμερααα! Όχι μόνο για να γευματίσει, αλλά και για… ζωή! Κάθησε λοιπόν για λίγο σκεπτικός μπροστά απ'την πόρτα του αριστοκρατικού μαγαζιού κι αφού χαιρέτησε τους μελλοντικούς επιστήμονες πρόσθεσε:
- Καλή διασκέδαση στο πάρτι σας νεαροί κύριοι και μην ξεχνάτε πως το μυστικό για μια πολύ επιτυχημένη βραδιά είναι να φροντίσετε να υπάρχουν σ'αυτήν δύο πολύ βασικά πράγματα: Πολλές πολλές δροσερές μπύρες και πολλά πολλά χαρούμενα 'μπαλόνια'!…
- Mπαλόνια πολλά, φυσικά ή πλαστικά δεν έχει σημασία, γιατί σίγουρα μας ανεβάζουν και μας δίνουν χαρά... αυτό σας το λέει ο ειδικός! Παρενέβη κλείνοντας πονηρά το μάτι και ο Τάσος ο οποίος, αφού φόρεσε τα μπεζ σουέντ γάντια και την ασορτί χρώματος καπαρντίνα του, κοντοστάθηκε για να παραπονεθεί:
- ...για κάτσε μισό λεπτό, εμείς δηλαδή δε θα πάμε στο πάρτυ;
- Όχι αυτήν τη φορά φίλε μου. Γεια σας παιδιά! Ξαναχαιρέτησε ο Βασίλειος κουμπώνοντας το παλτό του και την ώρα που οι δυο αγαπημένοι φίλοι έκαναν την έξοδό τους απ'το πoλυσύχναστο cafe, να σου ξανά στο απέναντι πεζοδρόμειο η κοπέλα με τα χαρούμενα μπαλόνια να χορεύουν καν-καν κάτω απ' τη βιζόν της. Αυτή τη φορά ήταν τόσος ο ενθουσιασμός τους που δεν μπόρεσαν να συγκρατηθούν. Ρίχνοντας λοιπόν μια κλεφτή ματιά τριγύρω κι αφού συνειδητοποίησαν ότι… σχεδόν κανείς δεν τους ακούει άρχισαν να σιγοτραγουδούν:
«Χριστούγεννα σε γνώρισα κι είχα ποδάγρα φως μου
αχ! να'μουν είκοσι ετών για να σε είχα μπρος μου
με την κυλότα μοναχά να'πλαθες κουραμπιέδες
κι εγώ από το πάρκινσον να χύνω τους καφέδες…»
ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ
Από τη Συλλογή Διηγημάτων "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ"

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments