ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΕΙΠΝΟ ΕΝΟΣ ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗ



Ένα χλιαρό, φθινοπωριάτικο βράδυ σε κάποιο ημισκότεινο, αδιέξοδο στενάκι στο κέντρο της Αθήνας...
Ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να δείξει από τι υλικό είναι πραγματικά φτιαγμένος φτάνει να του δώσεις εξουσία, πλήθος αγαθών ή πολύ απλά... αυτό που ζητάει η ψυχή του!”

Ένας τροχήλατος κάδος απορριμάτων ταρακουνιέται και αγκομαχάει στο τέλος του  βραχύτατου δρόμου. Ακριβώς από πάνω του αργοπεθαίνει μια ωχρή, μισοκαμμένη λάμπα. Η βρωμιά, η δυσωδία και ο αδύναμος σελαγισμός φωτός έχουν προσελκύσει σ’αυτό το σιχαμερό σημείο ένα μικρό σμήνος από ανήσυχα, θορυβώδη έντομα. Ξαφνικά, ο κάδος τραντάζεται δυνατά ακόμη μια φορά και μια ανατριχιασμένη, μαύρη γάτα πετιέται σα βολίδα από τον πάτο του, πηδά στην άσφαλτο κι εξαφανίζεται στο σκοτάδι μ’ένα δαιμονικό ουρλιαχτό. Το κατάχλωμο κεφάλι ενός ρακένδυτου, λιπόσαρκου γέροντα ξεπροβάλλει, τότε, από το σιδερένιο χείλος της σκουπιδιάρας.

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ (παραμιλώντας):
Πώς έτυχε τούτη η φτώχεια στον κοσμάκη δεν ενδιαφέρει ποσώς την ταλαίπωρη ύπαρξή μου! Το μόνο που με κόφτει είναι ότι μέχρι και οι κάδοι είναι άνεργοι! Αδειανοί όλοι τους! Κανείς δε μας σκέφτηκε ποτέ εμάς.  Πετάχτε σκουπίδια ρε! Πώς αλλιώς θα δειπνήσει ένας πεινασμένος και ξεχασμένος απ’το Θεό γερασμένος αλήτης, σαν και του λόγου μου, ε; Απερίσκεπτοι φονιάδες! Είναι σα να αφήνετε άδεια πιάτα μπροστά από έναν άνθρωπο που λιμοκτονεί. Εγκληματίες... Μ’ακούει κανείς; Άδεια πιάτα είπα! Αλλά... κανείς δε νοιάζεται... 

Ο γέρος χαϊδεύει με λύπη και με τρυφερότητα, συνάμα, το εξωτερικό τοίχωμα του σκουπιδοντενεκέ.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Αυτό είναι το πιατάκι μου...
 
Αγκαλιάζει τον κάδο και περιεργάζεται το περιεχόμενό του με συγκίνηση.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Άδειο!
 
Το μόνο που ακούγεται προς στιγμή είναι η μονότονη βοή των εντόμων, λίγες ανάσες αργότερα, όμως, ένα βαθύ γουργουρητό ηχεί βροντερά και σα βρυχηθμός άγριου θεριού απ’την κοιλιά του πειναλέου ρακοσυλλέκτη. Εκείνος παρατάει ενστικτωδώς το σκουπιδοντενεκέ και ξεκινά να χαϊδεύει το στομάχι του.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Αχ κι εσύ σαν το πιατάκι μου είσαι... αδειανό! Σώπασε όμως... σώπασε μικρέ σκουπιδοντενεκούλη μου. Μη διαμαρτύρεσαι και θα’ρθει η στιγμή που όλο και κάτι θα γευτείς κι εσύ. Αλλά σους για την ώρα καλό μου. Σουςςςςς...

Ξάφνου, μια δυνατή βροντή κάνει το ρακοσυλλέκτη να αναπηδήσει και δίπλα του, μέσα στο σκουπιδοντενεκέ, εμφανίζεται ως δια μαγείας ένας ψηλόλιγνος, νεαρός άνδρας με μαύρο κοστούμι. Επρόκειτο για μια δυσοίωνη και δυσβάσταχτη άφιξη. Ίσως, σαν αυτή του θανάτου.
 
ΧΑΡΟΣ (απότομα):
Έγκυος είσαι ρε γέροντα και χαϊδολογάς την κοιλιά σου;

Ο γέρος στρίγγλιξε σαν κορίτσι απ’την τρομάρα του και προσπάθησε να σκαρφαλώσει έξω απ’τον κάδο για να το σκάσει όσο το δυνατόν πιο μακριά από το ανθρωπόμορφο πλάσμα που ανάδινε το δέος της έσχατης στιγμής! Ο Χάρος τον άρπαξε απ’το κουρελιασμένο πανωφόρι του και τον τράβηξε ξανά εντός της σκουπιδιάρας.
 
ΧΑΡΟΣ:
Μην είσαι τόσο αγενής με τον επισκέπτη σου. Θα με κάνεις να πιστέψω ότι σου είμαι ανεπιθύμητος.
 
Ο Χάρος πλησίασε το πρόσωπό του κοντά στο πρόσωπο του γέροντα και κατόπιν τον περιεργάστηκε απ’την κορυφή ως τα νύχια.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ (τρεμάμενος):
Ε, εδώ που τα λέμε... κι εσύ αν ήσουν στη θέση μου... δε θα σου κόβονταν τα ήπατα αν ξεπεταγόμουν έτσι απότομα μπροστά σου σαν… τον χάρο;
 
Κι άλλη βροντή. Ο γέρος αναπηδά ακόμα μια φορά και κατά την προσγείωσή του καταλήγει φαρδύς πλατύς στο σκουπιδόπατο. Ο Χάρος δείχνει να το διασκεδάζει.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ (καθώς ορθώνεται με βία):
Τι... τι ζητάς από μένα;

ΧΑΡΟΣ:
Βγήκα απλά για να συλλέξω ελαττωματικές ψυχές.

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ
Ελαττωματικές ψυχές; Άλλο και τούτο πάλι. Ήξερα για ελαττωματικά μπουλόνια, για ελαττωματικές τσιμούχες… αλλά για ελαττωματικές ψυχές πρώτη φορά ακούω στη ζωή μου!
 
ΧΑΡΟΣ:
Ήρθα  να πάρω μια ψυχή που κρύβει μέσα της την απανθρωπιά, την απληστία και την απόλυτη ψυχρότητα του τέλειου φονιά.

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Ε, τότε σε λάθος μέρος ψάχνετε κυρ Μαύρε μου.

ΧΑΡΟΣ:
Βρίσκεις;

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Μα βλέπεις κανέναν άλλον πέρα από μένα σε τούτη την ερημιά που ζέχνει σα γινομένο ψοφίμι αρουραίου; Το να είμαι εγώ ο φονιάς που ζητάς δεν το χωρά ο νους μου.

ΧΑΡΟΣ:
Ο νους είναι τόσο κοντόθωρος που αδυνατεί να διακρίνει την πραγματική ουσία της ζωής...
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Δεν ξέρω τι λες εσύ. Εγώ ο κακομοίρης, πάντως, ούτε έχω κάνει ούτε θα μπορούσα ποτέ να κάνω κακό σε κανέναν.
 
ΧΑΡΟΣ:
Άκου εδώ! Ο κάθε άνθρωπος γεννιέται κουβαλώντας εντός του το στίγμα του καλού αλλά και αυτό του κακού. Η φύση  του ανθρώπου να τείνει προς το κακό είναι μια αβάσταγη κληρονομιά. Πρέπει να πολεμάς ασταμάτητα για να νικάς κάθε λεπτό, σε κάθε σκέψη και πράξη της καθημερινότητάς σου τον κακό εαυτό σου. Εσύ, γέροντα, νομίζεις ότι είσαι η εξαίρεση στον κανόνα αυτό;
 
Ο ρακένδυτος γνέφει καταφατικά με προκλητική βεβαιότητα. Ο μαυροντυμένος, όμως, δε δείχνει πεπεισμένος ούτε ιδιαιτέρως ικανοποιημένος από μια τόσο αναιδή κίνηση.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Εγώ δεν είμαι απ’αυτούς που λες. Εγώ κάνω καλές πράξεις κάθε μέρα. Έχεις σκεφτεί  ποτέ ότι ο ρακοσυλλέκτης δεν είναι παρά ένας ιδεολόγος που πραγματοποιεί  ανακύκλωση; Επιτελώ σημαντικότατο οικολογικό και κοινωνικό έργο! Είμαι ένας σύγχρονος ήρωας. Διασώζω άθικτα, ζωντανά τρόφιμα προτού καταλήξουν στις χωματερές. Βρίσκω λάφυρα και μικρούς θησαυρούς στα αποφάγια της κοινωνίας αποτρέποντας τη σπατάλη και τη συσσώρευση σκουπιδιών.
 
Το πρόσωπο του δυσοίωνου άνδρα έχει αρχίσει να αγριεύει από θυμό παίρνοντας συνάμα το χρώμα της πορφύρας.
 
ΧΑΡΟΣ:
Τι λες μωρέ; Ζεις παρασιτικά από καρπούς ανθρώπων που μόχθησαν για να τους αποκτήσουν!
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Αν μόχθησαν τόσο για να αποκτήσουν αυτούς τους καρπούς τότε γιατί, στη συνέχεια, τους πέταξαν;
 
Ο Χάρος κουνάει το κεφάλι του απηυδισμένος.
 
ΧΑΡΟΣ:
Η πονηριά είναι το πιο σημαντικό ίδιον επιβίωσης των χαλεπών καιρών. Διαθέτεις την πανουργία μιας πεινασμένης αλεπούς.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Α, μιας που ανάφερες και τούτο... Είμαι και φιλόζωος. Δεν το χωρά το μυαλό σου πόσες ψωραλέες γάτες πηδούν λιμασμένες
μέσα στους κάδους και μετά δυσκολεύονται να βγουν έξω. Να, πριν από λίγο βοήθησα μιαν από δαύτες να βγει έξω απ’τη σκουπιδιάρα.
 
ΧΑΡΟΣ (κοιτώντας το γέρο με ύφος σοβαρό, επιτακτικό):
Την κλώτσησες με το γυμνοπόδαρό σου... σε είδα!
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Έφαγε το μοναδικό τυλιγμένο τρίγωνο τυρί μαζί με το περιτύλιγμα! Είναι όμως αυτοί δίκαιοι λόγοι που με καθιστούν εγκληματία και για τους οποίους πρέπει να κριθώ δίχως έλεος, να δικαστώ και να καταδικαστώ στην αιωνιότητα, στο πυρ το εξώτερον;
 
ΧΑΡΟΣ:
Όχι, φυσικά και δεν είναι, όμως... ποιος σου είπε ότι τελείωσα με τα ερωτήματά μου;
 
Ο Χάρος πλησίασε το γέροντα σε απόσταση αναπνοής. Η τόση εγγύτητα με το θάνατο προκάλεσε μιαν αναπόφευκτη ιδέα ασφυξίας στον άστεγο ηλικιωμένο.
 
ΧΑΡΟΣ:
Πριν έλθω εδώ πέρασα από την κατοικία ενός απίστευτου τζογαδόρου. Ετούτος έφαγε όλο το βιός του στο παίγνιο. Πρόδωσε την εμπιστοσύνη της γυναίκας του και στέρησε το μέλλον από τα παιδιά του.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Εκείνου την ψυχή έπρεπε να πάρεις, λοιπόν. Είναι χειρότερος από μένα! Δεν είναι πράγματι χειρότερος από μένα;
 
ΧΑΡΟΣ:
Εκείνος ζει τώρα στην ποντικοφωλιά ενός τρελού παλιόγερου μιας και το σπίτι του είναι υποθηκευμένο ως το τελευταίο κεραμύδι. Θα πεθαίνει κάθε μέρα μέχρι την ώρα που θα βγει στο τσιμεντένιο μπαλκονάκι του και θα βουτήξει στο κενό. Προς το παρόν, γεύεται, την επίγεια κόλασή του.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Ό,τι και να λες εγώ είμαι καλύτερος από δαύτον! Αν ψάχνεις για εγκληματικές ψυχές τότε να πάρεις σβάρνα τους πολιτικούς.  Εγώ είμαι καλύτερος άνθρωπος απ’όλους αυτούς. Αυτοί οι αλητήριοι οι καρεκλομπαστακωμένοι...
 
ΧΑΡΟΣ (διακόπτοντας τον ειρμό του ρακοσυλλέκτη):
Οι πολιτικοί είναι σαν τα μουλάρια με τα δεμένα μάτια που έφερναν κύκλους στα μαγγανοπήγαδα δίχως να ξέρουν τι δουλειά κάνουν.
 
Ο ρακοσυλλέκτης δεν πίστευε στ’αφτιά του. Άσπρισε, κοκκίνισε, κίτρινισε... Έγινε έξαλλος!
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ (με μιαν επιθετική αυτοπεποίθηση που δεν κατείχε πρωτύτερα):
Πώς είναι δυνατόν να προσπερνάς το κακό το οποίο είναι ικανός να διαπράξει ένας αρρωστημένος τζογαδόρος ή, ακόμα χειρότερα, ένας ανήθικος πολιτικός και να συγκρίνεις τα αίσχη αυτών των τεράτων με την προσωπική δυστυχία ενός άκακου άστεγου;
 
Σιωπή. Ο Χάρος κοιτάζει τον κουρελή απειλητικά. Ο τελευταίος μαζεύεται λιγάκι και κατεβάζει τον τόνο της φωνής του.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Αλλά ακόμα κι αν έχεις δίκιο...  Ακόμα κι αν είχα κάποτε κάνει μέγιστο κακό, δίχως να το’χω καταλάβει, να είσαι σίγουρος πως, τώρα, το πληρώνω ακριβά.
 
ΧΑΡΟΣ:
Με τι νόμισμα το πληρώνεις γέροντα;
 
Ένα πικρό μειδίαμα χαράζει στα αφυδατωμένα χείλη του ρακοσυλλέκτη...
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Αυτός που ποτέ του δε χορταίνει αργεί να κοιμηθεί. Και  σαν καταφέρει να πέσει στα χέρια του Μορφέα δεν κοιμάται διόλου ήσυχο ύπνο. Δεν είναι αρκετή αυτή η τιμωρία; Είμαι γέρος και χαλασμένος σαν το κρασί που έγινε ξύδι. Δες το πρόσωπό μου Χάροντα. Δεν είναι αρκετά χαρακωμένο απ’τις ρυτίδες;
 
ΧΑΡΟΣ (εξοργισμένος):
Θα μπορούσες να ήσουν χαρακωμένος από μαχαίρια. Αυτό δε θα ήταν πολύ χειρότερο;
 
Μια βαθυκόκκινη ρανίδα αίματος κυλά ανεξήγητα από τη, χρόνια χαραγμένη στο δεξί μάγουλο, ρυτίδα του τρομοκρατημένου, ρακένδυτου γέροντα.
 
ΧΑΡΟΣ:
Βλέπεις; Αίμα. Το αίμα είναι ζωή. Και η αγάπη είναι ζωή... λένε. Όταν όμως δίνεις στον εραστή σου αγάπη του δίνεις ένα τεράστιο όπλο άρα και τη δυνατότητα της επιλογής να σε πυροβολήσει με αυτό. Ξέρεις πόσες ρομαντικές ψυχές έχουν σκοτωθεί από αυτά τα γλυκά πυρά;... τα πυρά της αγάπης;
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Δεν έχω ιδέα! Ένας άστεγος μπορεί μόνο να φανταστεί την αγάπη.
 
ΧΑΡΟΣ:
Δεν έχεις αγαπηθεί ποτέ;
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Θυμάμαι ότι μια παγωμένη νύχτα, η σχωρεμένη η μάνα μου, έβγαλε το μάλλινο πανοφώρι της, μου το φόρεσε και μου το κούμπωσε ως το λαιμό. Μετά φύσηξε με τα ζεστά χνώτα της μες στις ξυλιασμένες παλάμες μου. Αυτό πρέπει να ήταν αγάπη. Ύστερα αρρώστησε...
 
ΧΑΡΟΣ:
Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι αρρώστησε εξαιτίας σου;
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Ποτέ δεν έκλαψα για τίποτε... ούτε ντρέπομαι που είμαι κουρελής.
 
ΧΑΡΟΣ:
Ναι, μα δεν είσαι γυμνός.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Ε και τι πάει να πει αυτό;
 
ΧΑΡΟΣ:
Πάει να πει ότι υπάρχουν και χειρότερα.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Mε το συμπάθειο κυρ Μαύρε μου αλλά δεν είσαι διόλου δίκαιος.
 
Ο Χάρος ακουμπά αμέσως τον δείκτη του στο μπράτσο του ρακοσυλλέκτη και ξαφνικά, τα κουρέλια του τελευταίου, πέφτουν από το κορμί του αφήνοντάς τον να στέκεται γυμνός μέσα στην άδεια σκουπιδιάρα.
 
ΧΑΡΟΣ:
Τώρα μπορείς να πεις ότι δεν είμαι δίκαιος!
 
Ο ρακοσυλλέκτης σπεύδει να καλύψει με τα χέρια του τα, άλλοτε, απόκρυφα, σημεία του σώματός του.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Γιατί το έκανες αυτό τώρα, ε; Γιατί βασανίζεις έτσι ένα γέρο άνθρωπο; Θέλω τα κουρέλια μου πίσω. Θέλω τα κουρελάκια μου. Ντρέπομαι!
 
ΧΑΡΟΣ:
Μα η σωματική γύμνια δεν είναι δα και τίποτε τραγικό. Η ψυχική γύμνια όμως, αγαπητέ μου, είναι αυτή που προκαλεί συναίσθημα ακόμα πιο αβάσταχτο απ’αυτό της ντροπής.
 
Ο γυμνός ρακοσυλλέκτης βάζει τώρα τα κλάματα.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Δεν αντέχω άλλο αυτό το μαρτύριο. Εξήγησέ μου σε παρακαλώ ποιαν αμαρτία πληρώνω...
 
ΧΑΡΟΣ:
Έχεις ελαττωματική ψυχή. Δεν είσαι καλός άνθρωπος...΄Αγγελε.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Δεν είμαι;
 
ΧΑΡΟΣ:
Όχι... Και μόνον εγώ γνωρίζω για τι είδους φρικτές κι ανείπωτες πράξεις είσαι ικανός.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Και γιατί είμαι έτσι; Γιατί είμαι τόσο κακός;
 
ΧΑΡΟΣ:
Γιατί απλά αυτή είναι η φύση σου.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Δεν... δεν καταλαβαίνω. Εξήγησέ το μου πιο απλά.
 
Ο Χάρος δέχεται να του εξηγήσει.
 
ΧΑΡΟΣ:      
Δε έχεις ακούσει το μύθο του σκορπιού που ήθελε να περάσει το ποτάμι;
 
Ο Χάρος δεν έλαβε καμιάν απάντηση, παρ’όλ’αυτά ξεκίνησε την εξιστόριση του γνωστού μύθου...   
 
ΧΑΡΟΣ:  
«Ήταν κάποτε ένας σκορπιός που ήθελε να διασχίσει το ποτάμι. Καθόταν στη μια πλευρά, λοιπόν και προσπαθούσε να σκεφτεί έναν τρόπο για να περάσει στην αντίπερα όχθη. Λίγη ώρα αργότερα εμφανίζεται ένας βάτραχος. “Βάτραχε θα με αφήσεις να σε καβαλήσω; Θέλω να περάσω στην απέναντι όχθη. Θα με βοηθήσεις;” φώναξε ο σκορπιός. Ο βάτραχος, καχύποπτος, του απάντησε: “Και ποιος μου εγγυάται εμένα ότι δε θα με σκοτώσεις με το θανατηφόρο κεντρί σου;”. “Μα αν σε σκοτώσω θα πνιγούμε και οι δυο. Δεν είμαι τόσο χαζός!” απάντησε ο σκορπιός. Ο βάτραχος το βρήκε λογικό και άφησε το σκορπιό να κάτσει στην πλάτη του. Καθώς κολυμπούσε, όμως, κάπου στα μέσα της διαδρομής, ένιωσε ένα έντονο κάψιμο στο κέντρο της πλάτης του. Τότε, κατάλαβε ότι τον είχε τσιμπήσει ο σκορπιός. Καθώς, λοιπόν, ο βάτραχος πέθαινε και βούλιαζε μέσα στα νερά μαζί με τον σκορπιό γύρισε και τον ρώτησε: “Γιατί με τσίμπησες σκορπιέ; Τώρα θα πνιγούμε και οι δύο!”. Και ο σκορπιός του απάντησε: “Λυπάμαι αλλά δεν μπορούσα να το ελέγξω. Είναι στη φύση μου. ”»
 
Τα χαρακτηριστικά μιας δόλιας φύσης δεν είναι φανερά όλη την ώρα. Κάποιοι βγάζουν τον πραγματικό εαυτό τους όταν πονάνε ή όταν αγαπάνε. Μα είναι γνωστό σε όλους ότι ένας άνθρωπος μπορεί εύκολα να δείξει από τι υλικό είναι πραγματικά φτιαγμένος φτάνει να του δώσεις εξουσία, πλήθος αγαθών ή πολύ απλά... αυτό που ζητάει η ψυχή του!
 
Ο ρακοσυλλέκτης κούνησε ανέκφραστα το κεφάλι του δηλώνοντας την κατανόησή του.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Καταλαβαίνω τι θες να πεις.
 
Ο μαυροντυμένος χαμογέλασε με ύφος εμπαικτικό.
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Πάρε με, λοιπόν, είμαι δικός σου. Όμως πριν το κάνεις αυτό θα σε παρακαλούσα να μου εκπληρώσεις μια τελευταία επιθυμία.
 
ΧΑΡΟΣ:
Και ποια είναι αυτή;  
 
ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ:
Θα ήθελα ένα τελευταίο δείπνο... Θα ήθελα να δω το πιάτο μου γεμάτο με κανονικό φαγητό και όχι μ’αποφάγια.
 
ΧΑΡΟΣ:
Και πού είναι το πιάτο σου;
 
Ο ρακοσυλλέκτης του έδειξε τον σκουπιδοντενεκέ.  
 
ΧΑΡΟΣ:
Κατάλαβα.

Ο Χάρος πήδησε μεμιάς έξω απ’το σκουπιδοντενεκέ και αυτομάτως ο κάδος υπερχείλισε με λογής λογής φρεσκότατα φαγητά.  Ο ρακοσυλλέκτης, λιμασμένος και μη δίνοντας πλέον σημασία στη γύμνια του, βούτηξε μέσα στα νόστιμα τρόφιμα κι άρχισε να τα καταβροχθίζει με κτηνώδη μανία. Κατάπινε τα κρεατικά δίχως να τα μασήσει κι έβγαζε άγριους θορύβους ικανοποίησης που έμοιαζαν με γρύλισμα επικίνδυνου ζώου. Λίγη ώρα αργότερα μια νεαρή άστεγη έκανε την εμφάνισή της και παραβλέποντας τη μαυροφορεμένη μορφή  που τους επόπτευε από απόσταση χύμηξε κι εκείνη με φόρα μέσα στη σιδερένια σκουπιδιάρα για να χορτάσει την πείνα της. Όμως, μέσα στον παροξυσμό της ζωώδης σίτισής του, ο γηραιός ρακοσυλλέκτης άφησε το φονικό ένστικτο της απληστίας και της θανατερής λαιμαργίας να δράσουν αντί της λογικής. Άρπαξε το μικρό κομμάτι κρέατος από το στόμα του κοριτσιού και άρχισε να τη χτυπάει με μανία στο κεφάλι έχοντας για όπλο του ένα αιχμηρό κόκκαλο. Όταν αποτελείωσε την μικρή γύρισε πανηγυρικά πίσω στο δείπνο του σα να μην είχε συμβεί τίποτε. Ο Χάρος, τότε, άρχισε να πλησιάζει τον κάδο αθόρυβα. Όσο περισσότερο τον πλησίαζε, μάλιστα, τόσο άλλαζε και η μορφή του. Τα μάγουλά του ρουφήχτηκαν βαθιά, τα μάτια του βυθίστηκαν μέσα στις μαύρες κόγχες, το κεφάλι του έγινε ένα φρικτό κρανίο καλυμμένο από μια λεπτή σταχτιά πέτσα. Ένας σκοτεινός μανδύας πέταξε από πάνω του και τύλιξε σαν φλόγα το, πλέον, αποστεωμένο κορμί του. Ο ρακοσυλλέκτης γύρισε και κοίταξε τον Θάνατο κατάματα με απόλυτο τρόμο. Η γέρικη κοιλιά του είχε πρηστεί αηδιαστικά από το φαγητό, το γυμνό, ρυτιδιασμένο σώμα του ήταν βουτηγμένο σε αίμα και αποφάγια, όπως και το στόμα του. Ο Χάρος πλησίασε κι άλλο τον τρομερό ρακοσυλλέκτη και στάθηκε πάνω από το κεφάλι του υψώνοντας ένα τεράστιο, κοφτερό δρεπάνι με το αποσκελετωμένο χέρι του.


“Ήρθα  να πάρω μια ψυχή που κρύβει μέσα της την απανθρωπιά, την απληστία και την απόλυτη ψυχρότητα του τέλειου φονιά.”, επανέλαβε με απόκοσμη φωνή.

Τέλος

*Σημείωμα για τους (ανα)γνώστες:
 
Λυπάμαι για το αναρχικό γράψιμο του παραπάνω κειμένου που δεν το κατατάσσει σε κάποιο συγκεκριμένο είδος (ήτοι όχι ακριβώς σενάριο, όχι ακριβώς μυθογράφημα,  όχι σάτιρα, πραγματικότητα ή αστικό θρύλο). Υπάρχει μια μικρή ομάδα ανθρώπων, βεβαίως, που κατανοεί αυτή την ανάγκη για ανένταχτη ελευθερία. Ετούτη η ιστορία, λοιπόν, είναι γραμμένη αποκλειστικά για εκείνους... για εκείνους τους λίγους “φίλους” που δεν πρόκειται να μπουν ποτέ σε κανένα καλούπι.

3 σχόλια:

Γιάννης Κατσούλης είπε...

Εξαιρετικό κείμενο Χρυσούλα...

Ανώνυμος είπε...

Πολύ καλό φιλενάδα. Χαίρομαι που "επέστρεψες" με ένα τέτοιο κείμενο...
Ακριβή

Ανώνυμος είπε...

Yperoxo !

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Ιδιαίτερα μαθήματα Ισπανικής γλώσσας και πολιτισμού. Συνεδρίες και από το διαδίκτυο (skype). Μεταφράσεις. Το πρώτο μάθημα δωρεάν. Εκπτώσεις & προσφορές!
Copyright © 2007. Από το Blogger.

Πολιτισμός Πολίτης

Πολιτισμός Πολίτης
Πολιτιστικό ηλεκτρονικό περιοδικό των Εκδόσεων Περίπλους

Το τέρας των ειδήσεων

Το τέρας των ειδήσεων
www.newsbeast.gr

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments