Tequila Surprise!



Ι.
    Το θαυμάσιο είναι που δεν πονάει τόσο πολύ πια, είπε ο τραυματισμένος άνδρας. Μια φορά, θυμήθηκε, μου είχε μασήσει τον αντίχειρα ένα μουλάρι. Ηλίθιο ζώο! Για μένα μιλάω, όχι για το μουλάρι... Ποτέ δεν ταΐζεις έναν πεινασμένο ημίονο με τα δάκτυλα ανοιχτά... Άλλη μια φορά τ’αναθεματισμένο ψοφίμι με κλώτσησε από πείσμα και κύλησα σ’ένα χαλικωτό κατήφορο σα σακί με γλυκοπατάτες. Ο πόνος μου τσάκισε την καρδιά. Έσκουζα σα γερασμένο σκυλί. Έπρεπε να δεις το αιχμηρό κόκκαλο που έσπασε και πετάχτηκε απ’τη σκισμένη σάρκα μου σα δεύτερος αγκώνας. Αυτό το νέγρικο χέρι ήταν πάντα καταραμένο. Και η ζωή στ’αγροτόσπιτο είναι σχεδόν ακατόρθωτη υπόθεση για έναν τυφλό αράπη.

Ο αφρικανός έκανε μια παύση για να οσφριστεί τη δυσωδία στην πνιγηρή ατμόσφαιρα και σούφρωσε τη μύτη του.

- Μυρίζω το φόβο σου Χοσελίτο, είσαι σίγουρος πως είσαι ταυρομάχος;

-Λυπάμαι πολύ για τη βρώμα, απάντησε ο νέος ανερυθρίαστα, σίγουρα θα σιχαίνεσαι.

Ο νέγρος γέλασε σφίγγοντας τα κατάλευκα δόντια του, πνίγοντας με εξαιρετική προσπάθεια ένα πονεμένο βογγητό.

- Με μια σφαίρα καρφωμένη βαθιά στο πετσί μου, μικρέ, η σιχαμάρα στη δυσοσμία είναι το τελευταίο αίσθημα που θα μπορούσε να  με συγκλονίσει συθέμελα.

Το φορτηγάκι που μετέφερε τους δύο αιχμαλώτους “σκόνταψε” πάνω στο φουσκωμένο κουφάρι ενός αδέσποτου κι αναπήδησε από την πυρωμένη άσφαλτο. Ο τραυματισμένος άνδρας έπεσε με φόρα στο τοίχωμα της κινούμενης καμπίνας χτυπώντας την ιδρωμένη πληγή του πάνω στην λεκιασμένη, υφασμάτινη ταπετσαρία. Έντονες ριπές ανάσας άρχισαν να φυσούν απ’τα πανιασμένα χείλη του. Ο Χοσελίτο βρέθηκε μονομιάς στο πλευρό του γηραιότερου άνδρα.

- Είσαι καλά Έμετ; Μπορώ να κάνω κάτι; Κάτι πρέπει να υπάρχει που να μπορώ να κάνω...

- Μπορείς να μου κόψεις το χέρι από τη ρίζα κι έτσι ίσως να σταματήσει το μαρτύριο, αν και πολύ αμφιβάλλω. Ή να με σκοτώσεις. Ταυρομάχος δεν είσαι άλλωστε; Στην αρένα σκοτώνεις θεριά ολάκερα... μεγαλόσωμους, βαρβάτους κι αγριεμένους ταύρους! Δε θα σε δυσκόλευε διόλου να ξεπαστρέψεις ένα γέρικο, πληγωμένο μουλάρι σαν εμένα Χοσελίτο.

- Μην λες τέτοια διάολε! αποκρίθηκε οργισμένα ο νεαρός. Χώρια που δεν ξέρεις τι θα πει αρένα, πρόσθεσε. Κάθε βράδυ φοβάμαι να κλείσω τα μάτια μου γιατί βλέπω ξανά και ξανά τον ίδιον εφιάλτη.  Βουτώ τα χέρια μου σε αίμα και ξυπνώ σε μια λίμνη ιδρώτα. Δεν είμαι κανένας ήρωας. Είμαι “μορούχος”.

- “Μορούχος;” απόρησε ο Έμετ.

- Ναι, μορούχος. Έτσι λέμε τους μισοαναθρεμμένους ταύρους, αυτούς που στις φλέβες τους κυλά πολύ λίγο αγωνιστικό αίμα...

-  Ένας άνδρας που αγαπά και σέβεται κάθε μορφή ζωής δεν είναι δειλός... είναι ευαίσθητος Χοσελίτο, ηθικολόγησε βραχνόφωνα ο τραυματίας.

- Μου αρέσει ο τρόπος που σκέπτεσαι γέρο, παραδέχτηκε ο ταυρομάχος μ’ένα ελαφρύ μειδίαμα.

Την ίδια στιγμή το όχημα έστριψε απότομα κι άρχισε να τραντάζεται ασταμάτητα καθώς ξεστράτισε σ’έναν κατηφορικό, χωμάτινο δρόμο.

- Πού μας πάνε Έμετ; ψιθύρισε θορυβημένος ο νεαρός άνδρας.

- Δεν ξέρω μικρέ, δεν ξέρω...

ΙΙ.

Ο Έμετ ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο πάτωμα του φορτηγού, κουκουλωμένος κάτω από έναν ξεφλουδισμένο μουσαμά, κρυωμένος και καταβεβλημένος από έντονο ρίγος. Ξάφνου και καθώς οι βιαστικές ρόδες έπεσαν άτσαλα σε μια βαθιά λακούβα, μια πρωτόγνωρη επιθυμία κατέλαβε τον λαβωμένο άνδρα. Η επιθυμία ν’ακούσει κρουστές, υδάτινες στάλες να χτυπούν ρυθμικά τον ουρανό του οχήματος που τον μετέφερε. Η επιθυμία να μυρίσει- ενδεχομένως και για τελευταία φορά- την υγρή, καθαρή ατμόσφαιρα, την ευωδιά της εξοχής και το βρεμένο χώμα... Πόσο θα’θελε να’βρεχε εκείνη τη στιγμή!

- Ποτέ δεν μπορείς να καταλάβεις πόσην ώρα έχει περάσει, ακριβώς, όταν βρίσκεσαι μέσα σ’ένα όχημα που ταξιδεύει. Δε συμφωνείς μικρέ;

Ο Χοσελίτο ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω στον μουδιασμένο ώμο του και με το ένα γόνατο λυγισμένο. Ανασηκώθηκε και κοίταξε τον Έμετ με έκπληξη.

- “Σ’ένα όχημα που ταξιδεύει”;! “Ταξίδι” το λες εσύ αυτό; Μας έχουν απαγάγει γέρο! Οδεύουμε έγκλειστοι εδώ και τόσην ώρα προς άγνωστη κατεύθυνση... Και για όλα αυτά ο μόνος υπαίτιος είσαι’σύ!... Εσύ κι αυτός ο σιχαμένος τόπος... Μεξικό, κάγχασε, τι πόλη! Πού αλλού θα μπορούσε ένας καλός χριστιανός να κάνει ωτοστόπ για να μεταφέρει έναν πληγωμένο τυφλό στο κοντινότερο νοσοκομείο και τελικά να τους απαγάγουν και τους δύο κάτι βδελυγματικοί τύποι μ’ένα σαραβαλιασμένο φορτηγάκι. Στο Παρίσι δε θα’χε συμβεί ποτέ αυτό, ποτέ! κατέληξε.

-  Τι; Είσαι παριζιάνος; Μ’αυτήν την καστιλιάνικη προφορά θα ορκιζόμουν πως είσαι σπορά καθαρόαιμου Σπανιόλου, αστειεύτηκε ο γέρος.

- Ο πατέρας μου ήταν Ισπανός, η μητέρα μου ήταν απ’το Παρίσι, τον συνέτισε με επιτακτικό ύφος ο Χοσελίτο.

- “Ήταν”; Είσαι ορφανός μικρέ;

   Σιωπή.

- Και τι δε θα’δινα τώρα για ένα ποτήρι κόκκινο, μοσχομυρωδάτο, μπρούσκο κρασί! γόγγυξε ο νεαρός αλλάζοντας απροκάλυπτα θέμα συζήτησης.

- Και τι δε θα’δινα για κανά-δυο γερές μερίδες γλυκού, παλαιωμένου μπέρμπον, αναστέναξε ο Έμετ.

- Μπέρμπον; Θ’αστειεύεσαι. Μα εδώ είναι Μεξικό, ειρωνεύτηκε ο ταυρομάχος. Τι απέγινε η άλλοτε ανυπόκριτη λατρεία στην ιδιότυπη θεά τεκίλα;

- Ποτέ και εννοώ ούτε μια φορά από τότε που άφησα την “Πολιτεία του μπλε γρασιδιού”- έτσι λέμε το Κεντάκι- και πάτησα το ποδάρι μου σε τούτο τον ξερότοπο μαζί με τη μητέρα μου, ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή της, δε συμφιλιώθηκα μ’αυτό το φρικτό κακτοζούμι...

- Μ’αρέσουν οι άνθρωποι που δε χάνουν το χιούμορ τους στις δύσκολες στιγμές. Ξέρεις, υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαμε να’μαστε φίλοι.

- Υπό άλλες συνθήκες, ίσως.

- Πονάς γέρο;

- Κρυώνω.

- Βάλε τα χέρια σου κάτω απ’το μουσαμά.


ΙΙΙ.

- Xοσελίτο;

- Τι;

- Nομίζω ότι πεθαίνω...

- Δεν πεθαίνεις. Γιατί; Γιατί λες τέτοια πράγματα;

- Γιατί αν αυτό που νιώθω τούτη την ώρα δεν είναι η αρχή της κατάληξής μου τότε σίγουρα έχω αρχίσει να χάνω τα λογικά μου...

Ο Χοσελίτο σύρθηκε κοντά στο πλευρό του Έμετ και παρατηρώντας την εύθραυστη μορφή του τραυματία, μπορούσε αβίαστα πια να διακρίνει την ορθότητα των έσχατων λόγων του.

- Δεν πεθαίνεις...

- Ένας άνθρωπος γνωρίζει πότε ζυγώνει ο θάνατός του, μικρέ. Υπάρχει μια απόλυτη καθαρότητα στην ψυχή μου ετούτη τη στιγμή.... σαν την ηρεμία πριν την καταιγίδα.

-  Δεν πεθαίνεις...

-  Τότε γιατί βλέπω το γλυκό πρόσωπο της μητέρας μου μέσα στο σκοτάδι; Αν ένας τυφλός δεν πεθαίνει μα, ξαφνικά, μπορεί να δει, τότε αυτό σημαίνει πως ο τυφλός... θεραπεύτηκε.

Ένα αχνό χαμόγελο χάραξε στα ξεραμένα χείλη του Έμετ.

- Γιατί σε πυροβόλησαν Έμετ;

- Δεν ξέρω. Ο σκύλος μου τρόμαξε από έναν δυνατό κρότο κι έμεινα ξαφνικά χωρίς τον “πιστό” οδηγό μου στη μέση του δρόμου. Μάλλον στάθηκα, απλώς, πολύ άτυχος. Πρώτα άκουσα γυναίκες να τσιρίζουν και κάτι Μεξικανούς να τσακώνονται. Άγριες φωνές με βαριά τοπολαλιά... Μετά ακούστηκαν πυροβολισμοί κι  ένιωσα μια τεράστια πίεση να με σπρώχνει προς το έδαφος. Έπειτα το κάψιμο κάτω απ’τον αριστερό ώμο μου ήταν αφόρητο. Τότε, προφανώς, εμφανίστηκε ένας γεναίος ταυρομάχος για να σώσει τη μέρα ...

- Και την έσωσε!... σχολίασε δηκτικά ο ταυρομάχος. Δεν μπόρεσα καν να τους χτυπήσω. Είναι θλιβερό... ήμουν πολύ μικρόσωμος για να εμποδίσω δυο τερατώδεις, ανθρωπόμορφους όγκους να μας αρπάξουν σαν πρόβατα και να μας πετάξουν σ’αυτό το βρωμερό, κινητό κλουβί.

- Μη βασανίζεις τον εαυτό σου, μικρέ. Απλά μερικές φορές, όπως συνήθιζε να λέει η μητέρα μου: “Εκεί που κάθεσαι και περιμένεις να φας μια βοδινή μπριζόλα σου’ρχεται ένα πιάτο με τη βρωμομοίρα, την γκαντεμιά και τη γλωσσοφαγιά, τυλιγμένες όλες μαζί σ’ένα σφιχτό μπουρίτο!”

Ο Χοσελίτο γέλασε.

- Μπορείς ακόμα να δεις τη μορφή της μητέρας σου;

Ο Έμετ κατέβαλε μιαν υπεράνθρωπη προσπάθεια να γνέψει αρνητικά και ξαφνικά, το όχημα που τους μετέφερε, σταμάτησε να κινείται. Το ίδιο και ο Έμετ...

ΙV.

Το σκουρόχρωμο φορτηγάκι μούγκριζε καθώς η μπούκα της εξάτμισης λόχευε απανωτούς, μπουκωμένους θορύβους. Με τη μηχανή του αναμμένη, στεκόταν βρωμερό και ξένο στη μέση του πουθενά σαν ένας αυτοπρόσκλητος, ανεπιθύμητος επισκέπτης. Η εξάτμιση βογγούσε κι αργοπέθαινε. Το ίδιο και η μηχανή που μετά από αρκετό βροντολόγημα έσβησε μια και καλή. Κλάσματα δευτερολέπτου αργότερα  ο οξύς, μακρόσυρτος ήχος ενός ανατριχιαστικού γδαρσίματος κατά μήκος του σκληρού καπό μαρτύρησε την άφιξη μιας απειλητικής παρουσίας.

V.

Το μεταλλικό αμάξωμα άρχισε να ταρακουνιέται με μανία πάνω κάτω στις, πλέον, ετοιμόροπες ρόδες. Μια αντρική κραυγή έσκισε τη σιωπή. Η πόρτα της καμπίνας του οδηγού άνοιξε απότομα και ο ένας εκ των δύο απαγωγέων έφυγε τρέχοντας. Μιαν ανάσα αργότερα άλλο ένα υπόκωφο ουρλιαχτό έκανε τον Χοσελίτο να λουφάξει στη γωνιά της σκοτεινής κλούβας, δίπλα απ’το άψυχο κορμί του Έμετ. Ο τρομοκρατημένος νεαρός τράβηξε τον μουσαμά που σκέπαζε το πτώμα του Έμετ πάνω απ’το κεφάλι του νέγρου κι έκανε τον σταυρό του. Ήξερε πια πως ήταν ο μοναδικός επιζών… Εντούτοις, δεν μπορούσε να δει τίποτε, δεν μπορούσε ν’αποδράσει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’άλλο απ’το να περιμένει ασάλευτος μέσα σ’ένα μαύρο κελί που έζεχνε θάνατο.

VΙ.

Η σιγή ήταν φονική μέσα στην παγωμάρα και στη δυσωδία της φρικτής κλούβας. Ξαφνικά κι εκεί που ο χρόνος έμοιαζε να είχε σταματήσει, οι πόρτες της κλούβας ξηλώθηκαν με εκρηκτική ταχύτητα από τέτοια δύναμη και με τέτοια ευκολία λες και ήταν φτιαγμένες από αλουμινόχαρτο.

VΙΙ.

Ένα μεγάλο μέρος της καμπίνας έχασκε πλέον ανοιχτό μπρος στα έκπληκτα μάτια του Χοσελίτο. Η καρδιά του έχασε έναν χτύπο. Κι άλλον έναν... κι άλλον έναν. Ήταν λίγο πριν την αυγή. Μπορούσε να νιώσει στο πετσί του την ψύχρα της ερήμου και να δει τη φωτεινή γραμμή που σιγά-σιγά ανέτειλε στον ορίζοντα βάφοντας με πορτοκαλοκόκκινες αποχρώσεις τον αγουροξυπνημένο ουρανό... Τότε ήταν που προχώρησε  προς τα έξω αργά... δειλά... μέχρι που τα τρεμάμενα πόδια του βούλιαξαν στην ψιλή άμμο. "¡Dios mío! (Θεέ μου)!" ψέλισσε και κοίταξε τριγύρω. Άμμος, άμμος, κάκτος, φορτηγό, άμμος... τίποτε άλλο. Κίνησε προς την καμπίνα του οδηγού, εκεί όπου βρωμούσε τεκίλα μαζί με κάτι άλλο, κάτι... σάπιο. Κοντοστάθηκε για λίγο έξω απ’το παράθυρο του συνοδηγού, κοίταξε μέσα στην καμπίνα και έστρεψε αμέσως το κεφάλι του αλλού, πανιασμένος. Γυρνώντας να φύγει και προτού προλάβει να κάνει ένα βήμα, έπεσε χάμω λιπόθυμος. Τότε, μια μαύρη, θηριώδης σκιά υψώθηκε πάνω απ’το ακίνητο σώμα του...

VΙΙΙ.

Ο Χοσελίτο ξύπνησε ιδροκοπώντας και με την καρδιά του να σφυροκοπεί το ανήσυχο στέρνο του. Έμεινε για λίγο ακίνητος, προσπαθώντας να  αποβάλλει τον τρόμο που του είχε προκαλέσει την περασμένη νύχτα, όπως και κάθε νύχτα άλλωστε, ο ίδιος φρικαλέος εφιάλτης.  Μπορεί το χάραμα να'ταν ακόμα μακριά, αλλά ήταν αδύνατο να παραμείνει ξαπλωμένος έχοντας στο νου του ότι κάμποσες ώρες αργότερα, θα έπρεπε να βάλει την μπλε χρυσοκέντητη φορεσιά του, το καπέλο montera, να μπει στην πλατεία των ταύρων και ν’αγωνιστεί θαρραλέα μ’έναν θαυμαστό toro.  Το κεφάλι του άρχισε να γυρίζει σαν τρελό και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα τον παραξένεψε η έντονη μυρωδιά φτηνού καπνού και τεκίλας... Τότε ήταν που αντιλήφθηκε πως δε βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του αλλά σε μια μπάρα ποτισμένη από το εθνικό, μεξικάνικο ποτό. Αμέσως μετά παρατήρησε πως πάνω απ’το κεφάλι του, αντί για το υπέροχο πορτρέτο της μητέρας του,  αναβόσβηνε μια επιγραφή από νέον που ανέγραφε: “SURPRISE night club”. Ήταν γυμνός και τα χέρια του ήταν καλυμμένα με σκούρο, πηχτό αίμα. Ο αριστερός μηρός του έφερε μια βαθιά πληγή που έμοιαζε με δαγκωματιά άγριου θηρίου. Με δυσκολία ανασήκωσε το κορμί του και άφησε τον εαυτό του να γλυστρήσει από το μπαρ. Όταν τα γυμνά πόδια του άγγιξαν το πάτωμα ήρθαν σε επαφή με ένα κρύο υγρό ανακατεμμένο με γυάλινα θρύψαλα από σπασμένα σφηνοπότηρα. Το κόψιμο του γυαλιού στη βάση της πατούσας του ήταν γλυκό. Ο νεαρός άνδρας αφαίρεσε αμέσως το γυαλί που είχε καρφωθεί στο πόδι του και παρατήρησε πως οι πατούσες, όπως οι παλάμες του, ήταν και αυτές βαμμένες με αίμα. Όλο αυτό το αίμα όμως δεν ήταν δικό του. Για πρώτη φορά κοίταξε γύρω του κι αμέσως έβαλε το χέρι του πάνω στο στόμα του για να συγκρατήσει μια αναγούλα. Η γεύση του σιδήρου ήταν τώρα διάχυτη στη γλώσσα και στον ουρανίσκο του προκαλώντας του ένα ανεξήγητο αίσθημα πείνας. Στο ημισκότεινο night club δεκάδες άντρες και γυναίκες κείτονταν διαμελισμένοι σε τραπέζια, καρέκλες και πάτωμα... Τι είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ; Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα.
Απρόσμενα, η βαθιά πληγή άρχισε να ματώνει, το ίδιο και οι βάσεις των νυχιών του ταυρομάχου. Το αίμα άρχισε να ρέει άφθονο από τον μηρό κι απ’τ’ακροδάχτυλά του. Έτρεξε πανικοβλημένος προς την έξοδο πάνω στην οποία ήταν κρεμασμένη μια τενεκεδένια επιγραφή που ενημέρωνε:

                   “ΚΛΕΙΣΤΟ!”                        

Το βλέμμα του στράφηκε ενστικτωδώς προς την ολόγιομη, μπλε σελήνη. Τα μάτια του πύρωσαν κι άρχισε αμέσως να ουρλιάζει... και να ουρλιάζει σα λιμασμένος λύκος ενώ, μάταια, προσπαθούσε ν’ανοίξει την πόρτα για να τρέξει μες στη φεγγαρόφωτη νύχτα που τον καλούσε θελκτικά στην αγκάλη της. H πόρτα ήταν ήδη κλειδωμένη απ’έξω κι αμπαρωμένη με βαριές αλυσίδες... Κρατούσε δέσμιο αυτό το "νεογέννητο" και νεόφερτο κακό...

Όχι για πολύ...



11 σχόλια:

nic cave είπε...

gia sou re tarantina :):):)super!!.

Ανώνυμος είπε...

De se pisteuo.Koritsi egrapses pali!
pu ta vriskeis.........
Soi

Ανώνυμος είπε...

Τελικά πού τους πήγαιναν?
Το έστειλες εντελώς το κείμενο, καμία σχέση αλλά πολύ καλύτερο!!!
Όσο πας και με εκπλήσσεις περισσότερο!!!
Ακριβή

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΟΛΟΓΙΑΝΝΗ είπε...

Δε θα μάθουμε ποτέ πού τους πήγαιναν... τους χάλασε τα σχέδια το σεληνιασμένο στοιχειό της ερήμου! Συμβαίνουν και αυτά... :p

Ανώνυμος είπε...

super.......!!!!
bravo filenada mou gia mia fora akoma.!
N - bibinette :) XXX

swtos είπε...

ti pes twra ..
ante geia !

Ανώνυμος είπε...

με κρατησε μεχρι το τελος η ιστορια σου. πολυ καλη η ανατροπη περιμενα να γινει κατι αλλο αλλα μας την εφερες

Ανώνυμος είπε...

Τότε γιατί βλέπω το γλυκό πρόσωπο της μητέρας μου μέσα στο σκοτάδι; Αν ένας τυφλός δεν πεθαίνει μα, ξαφνικά, μπορεί να δει, τότε αυτό σημαίνει πως ο τυφλός... θεραπεύτηκε.

τι υπεροχα λογια Χρυσουλα μου ! πεννυ

Ανώνυμος είπε...

gamei eprepe na to eihes fula3ei gia thn panselhno!!!!tote de bgainoun oi lukan9rwpoi filenada???9elw tekiles twra!9a ta kanw ola limba!!hahahahahahah filia polla

anna

BLACK FAIRY είπε...

KALO ! ! !

Ανώνυμος είπε...

sto telos ton skotonoun?

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Ιδιαίτερα μαθήματα Ισπανικής γλώσσας και πολιτισμού. Συνεδρίες και από το διαδίκτυο (skype). Μεταφράσεις. Το πρώτο μάθημα δωρεάν. Εκπτώσεις & προσφορές!
Copyright © 2007. Από το Blogger.

Πολιτισμός Πολίτης

Πολιτισμός Πολίτης
Πολιτιστικό ηλεκτρονικό περιοδικό των Εκδόσεων Περίπλους

Το τέρας των ειδήσεων

Το τέρας των ειδήσεων
www.newsbeast.gr

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments