Εκεί που είσαι  ήμουνα κι εδώ που είμαι θα’ρθεις…


(Αφού υπέστη αβάσταχτη, καθημερινή πίεση στους διαδρόμους και στην κουζίνα της εταιρείας- και κατόπιν γραπτής εισηγήσεώς μου στον προϊστάμενο, στη μαμά, τον μπαμπά, την αδελφή και τον αδελφό της- η αγαπημένη φίλη  μου και συνάδελφος Ακριβή Φάσσα, πρησμένη πλέον απ'τις υπενθυμήσεις σε post its και με τα νεύρα τσατάλια, αναγκάστηκε να μου καταθέσει το κατωτέρω κείμενο προς δημοσίευση. Το "Περί φίλου και... φτερού", λοιπόν, έχει την χαρά να φιλοξενεί- για πρώτη φορά- το κείμενο μιας άλλης συντάκτριας, ενός αξιόλογου ατόμου που όμως δεν ασχολείται επαγγελματικά με τη συγγραφή αλλά που, κατά την ταπεινή γνώμη μου, έχει όλα τα φόντα για ν'ασχοληθεί. Και... Βιβουλίνι μου... παίρνω όρκο πως δεν παρενέβην ούτε καν σε μισό σημείο στίξης... χιχιχι)


Θυμάστε που μας έλεγε η μαμά ότι “πρέπει να προσέχουμε τι λέμε” και ότι “δεν πρέπει να κρίνουμε για να μην κριθούμε”; Ε, η δική μου η μανούλα συνήθιζε να λέει και κάτι άλλο... κάτι που δεν λησμονεί να μου “χτυπάει” ακόμα και τώρα:

“Παιδί μου…”, ηθικολογούσε με ύφος παντογνώστρας, “εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα’ρθεις!”

Μ’αυτόν το φόβο ζω, λοιπόν, όσο μεγαλώνω και βλέπω τις κακίες των μεγαλυτέρων... Μ’αυτόν το φόβο γίνομαι μάρτυς των μπηχτών και των κακεντρεχών σχολίων τους ακόμα και κατά περιόδους υψίστης θρησκευτικής κατάνυξης, όπως αυτήν της λαμπρότερης γιορτής της Χριστιανοσύνης. Και μιλώντας για Χριστιανοσύνη δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην εβδομάδα των Παθών που ήρθε κι έφυγε με ταχύτητα υπερηχητικού τζετ για να επιστρέψει του χρόνου δρυμήτερη. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’την αρχή...

Σαν καλή Χριστιανή κι εγώ, που λέτε, είχα κάνει τη νηστεία μου και περίμενα πώς  και πώς να έρθει το Μεγάλο Σάββατο  για να πάω να κοινωνήσω. Πριν από  αυτό όμως έπρεπε να κάνουμε τo  καθιερωμένo πέρασμα της Μεγάλης  Πέμπτης απ’όσες εκκλησιές περιέκλειαν τα όρια της πόλης μας (και όχι μόνο), να βοηθήσουμε στον στολισμό του  επιταφίου και τη Μεγάλη Παρασκευή  να παρακολουθήσουμε την ακολουθία  της αποκαθήλωσης. Όμορφες στιγμές  που ζούσα όσο έμενα στο  Λαυριάκι μου και που τώρα με κάνουν να μετανιώνω που σκέφτηκα να πάω να προσκυνήσω σε μία- μονάχα μία, για παρθενική φόρα- απρόσωπη και τιγκαρισμένη Γλυφαδιώτικη εκκλησία…
Μπαίνοντας, δέχτηκα το πρώτο κρύο ντους… Λες και μπούκαρε στην εκκλησία η Τσούλια (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση) κι όλες οι θεούσες κυράτσες γύρισαν για να κοιτάξουν και να χλευάσουν… Τι τραγικό να ζεις σ’αυτήν την κοινωνία… Πόσο μου λείπει το Λαύριο που τόσο κατηγορώ για τη νοοτροπία του χωριού που κυριαρχεί!…  Λες και πας στην εκκλησία για να δουν τι φοράς, ποιος σε συνοδεύει και πώς περπατάς… Το χειρότερο είναι πως σ’αυτήν την άσχημη κατάσταση κυριαρχούν οι “κυρίες”, ξέρετε... αυτές οι, κάπως,  μεγαλύτερης ηλικίας. Αυτές που υποτίθεται πως πρέπει να σεβόμαστε λόγω ηλικίας αλλά και βιωμάτων. Αυτές που πάνε από τα χαράματα στην εκκλησία για να πιάσουν πρώτο στασίδι απέναντι από το ιερό για να έχουν την καλύτερη θέα. Αυτές που κοιτούν με κακία όποιο μωράκι τολμήσει να βήξει ή να φτερνιστεί ή, το χειρότερο όλων, να κλάψει!!! Τι θράσος κι αυτό εκ μέρους των μικρών παιδιών!... Και τι άσχημη κατάσταση  όλη αυτή που ζούμε. Πόσο μου λείπουν τα χρόνια που ήμουν παιδί! Τότε ήμουν  ανέμελη και μ’ένα σορτσάκι και σαγιονάρες αλώνιζα στο χωριό μου και περνούσα καλά με τους φίλους μου... Τώρα πρέπει να προσέχω τι φοράω, πώς το φοράω, πού το φοράω και αν το υποστηρίζω! Τι έκφραση κι αυτή. Άκου αν υποστηρίζεις ένα ρούχο! Γιατί κυρά μου, τι είναι το ρούχο για να το υποστηρίξεις;

Και επιστρέφω στο  θέμα μου...

Μπαίνοντας στην εκκλησία, όλες οι καρέκλες εννοείται ότι ήταν πιασμένες και όλες οι “κυρίες” γύρισαν για να δουν ποιος μπήκε. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα γινόταν κλίκα που θα με σχολιάσει επειδή είχα το θράσος να πάω σε άλλη εκκλησία από αυτή της ενορίας μου. Αυτά που λένε πως στην Αθήνα δεν γνωρίζονται μεταξύ τους;… καμία σχέση! Όταν είναι για κουτσομπολιό κάνουν κόμμα και επιτίθενται ενωμένοι! Δίπλα μου ήρθε και στάθηκε μια γιαγιά με το εγγονάκι της, ένα πολύ χαριτωμένο αγοράκι που είχε μύτη κατακόκκινη, προφανώς, από το συνάχι και ματάκια πρησμένα από την αϋπνία και το κλάμα. Κατά τ’άλλα ήταν συμπαθέστατο και πανέμορφο. Αλλά ήταν και κρυωμένο και αρρωστούλι... Τι το ήθελε η γιαγιά και το έφερε στην εκκλησία; Όλες οι λοιπές “κυρίες” με το μαλλί κομμωτηρίου και τη γούνα απ’του Χουντάλα (τι την έχουμε, να μην τη δείξουμε επειδή έχει 25 βαθμούς Κελσίου;) γυρνούσαν μεμιάς και το κάρφωναν όποτε έβηχε ή φτερνιζόταν. Λογικό ήταν, τους χαλούσε την ηρεμία... τους αποσπούσε απ’την επικοινωνία τους με το Θεό, την προσευχή και την περισυλλογή!... Ο κόσμος πάντως συνέχιζε να μπαίνει καθώς ήταν ακόμα νωρίς και τότε ήταν που έβλεπες- όπως έλεγε κι η γιαγιά μου- “κάθε καρυδιάς καρύδι”! Φυσικά, αυτό που λένε οι παπάδες “ελάτε όπως είστε!” δεν ισχύει στις εκκλησίες της Αθήνας. Και μπορεί ο παπάς να θέλει κόσμο στο τσαρδί του αλλά οι “θαμώνες” δεν συγχωρούν τέτοια λάθη.
Παραδίπλα κάθισε μια  νεαρή κοπέλα που όλη την ώρα  μιλούσε στο κινητό και κουνούσε και τα χέρια για να τη δει η  παρέα της που ήταν στην απέναντι μεριά. Τι δράμα κι αυτό! Κι έφτασε η  ώρα που βγήκε ο Παπάς με το ποτήριον κι αρχίσαμε να πλησιάζουμε για να λάβουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.  Εκεί αρχίσανε τα βάσανα! Έσπρωχνε ο παππούς από αριστερά, έσπρωχνε η γιαγιά από δεξιά, χωνόταν η κυράτσα από την πλαϊνή πόρτα κ.ο.κ. Ένα μπάχαλο στη μέση της εκκλησίας. Κι ενώ μέχρι τότε οι “κυρίες” κάθονταν για να μην κουραστούν, ξάφνου σηκώθηκαν και άρχισαν το πενηντάρι λες κι έπαιρναν μέρος σε αγώνα δρόμου. Τι κι αν χάλασε το μαλλί, αυτές το κομμάτι τους το έκαναν! Και εννοείται πως, μετά από 45 λεπτά που προσπαθούσα να κρατήσω την ψυχραιμία μου και να μην σιχτιρίσω κανέναν για το σπρώξιμο και τις αγκωνιές, ευχαρίστησα για τη θεία κοινωνία και έφυγα με τη συνείδησή μου ήσυχη. Κρίμα που οι γονείς μου ήταν 50 χλμ μακριά και δεν μπορούσα να τους ζητήσω συγγνώμη και να τους φιλήσω για να πάρω την άφεσή τους.

Όταν ήμουν μικρή  είχα έναν ξάδερφο που έλεγε συνεχώς  πως έμοιαζα σαν μία Porsche με σπασμένα φρένα και όδευα φουλαριστή να μοιάσω στη γιαγιά, κάτι που- όπως και να το κάνουμε- δεν το’λεγες και κοπλιμέντο! Όσο μεγαλώνω είμαι πιο ήρεμη αλλά με αυτά που είδα το Μεγάλο Σάββατο σκιάχτηκα η γυναίκα... Λες να γίνω κι εγώ τέτοια κακιά γιαγιά που κακοκοιτάζει όποιον της έχει χαλάσει την ηρεμία της; Καλά, να πηγαίνω από τα ξημερώματα να πιάνω πρώτο στασίδι δεν παίζει, αλλά μια κακία την κρύβω μέσα μου χρόνια τώρα... Κι εδώ κολλάει το “Eκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα’ρθεις”. Λες να με περιμένει αυτή η κατάληξη;



Συντάκτρια: Ακριβή Φάσσα

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

gia na leei h xrusa oti den parenevei fantazome akrivh tha sto ekane agnwristo to keimenaki!vlepw ekei pera kati epithetakia ke mia arxaizusa xrusouliakh!!!!xaxaxaxa!olh mera mazi ths eise?pws thn antexeis kopela mou?mpravo akrivh!upomoni me thn kunhgo sungrafikwn talentwn xrusa!filia kukla mou!!o filos sou swtos

Περι φιλου και... φτερου είπε...

Η Αρχαΐζουσα Χρυσουλιακή εξαπλώνεται σαν δόγμα... αργά, σταθέρα, ύπουλα κι αθόρυβα. Πρώτο θύμα προσηλυτισμού η ανύποπτη κυρά Ακριβή Φάσσα. Επιτέλους!... Ζω, κοιμάμαι και ξυπνώ με την ελπίδα πως μέχρι το 2012, με την Α.Χ, θα έχω κατορθώσει να κατακτήσω τον κόσμο...

Ανώνυμος είπε...

m aresei pou dineis kai vima se nea talenta chrisouli !!haha kai ego ta idia 9emata eho otan pao eklisia paidia !ase mi mou ta 9imizete ..tou hronou leo na katso spiti !tis efhes mou na kataktiseis to kosmo me ta iperoha siggramata sou psihi mou !!!!se filo !
PENNY

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments