Τοίχος ή άτυχος;


Όποιος έχει την τύχη να διαμένει σε πολυκατοικία που χτίστηκε την θεόκουλη δεκαετία που μεσουρανούσαν οι βάτες και οι ατάκες του τύπου «Μανούλι, είσαι να τη βρούμε;» σαφώς και θα γνωρίζει πως οι μεσοτοιχίες των τότε διαμερισμάτων ήταν χτισμένες, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, από γκοφρέτα ρυζιού. Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία γιατί εκείνα τα χρόνια έκαναν τόooσο μεγάλη θραύση τα τεράστια χρωματιστά ακουστικά κεφαλής, οι κέρινες ωτασπίδες και οι τρανές για τις ηχομονωτικές ικανότητές τους, τσιχλόφουσκες Big Babol, που κολλούσαν παρμπρίζ, γερανούς και τα μασημένα σίδερα του Κουταλιανού καλύτερα κι απ’την UHU τον Παντοκολλητή.

Γυρνώντας σε μια εποχή, λοιπόν, που οι ήχοι διαπερνούσαν το λεπτό τοιχάκι μη λογοκριμένοι και αφιλτράριστοι, κάνοντας γνωστή στους γείτονές μας την κάθε μας κίνηση, πραγματικά δεν νιώθω καμία λησμονιά αλλά ούτε και συγκίνηση που, εξαιτίας ενός τσιμεντόχτιστου χωρίσματος, κάποιοι άνθρωποι με ξέρουν τόσο καλά δίχως να με συναναστρέφονται. Και βρε μαμά, λυπάμαι που τ’ομολογώ, αλλά ήδη από πολύ μικρή ηλικία ήξερα πως τα παιδιά δεν “πιάνονται” με το βλέμμα αλλά με ένα εργαλείο το οποίο- κατά τα τσιρηχτά λεγόμενα που μετά βίας ξεχώριζα απ’τους θανατερούς βόγγους και τους πολεμικούς αλαλαγμούς της παπαδοκόρης από δίπλα- ήταν τόσο σβέλτο κι ανυπόμονο που πάντα τελείωνε πριν την ώρα του! Κι εγώ το μικρό, αθώο και απονήρευτο κοριτσάκι, κάθε φορά που άκουγα ζωώδη γρυλίσματα- ενίοτε συνοδευόμενα από άγνωστα για τ’αφτάκια μου μπινελίκια- χτύπαγα τον τοίχο και φώναζα στην παπαδοκόρη πως ήρθε επιτέλους η ώρα ν’αλλάξει μπαταρία σ’αυτό το ρημαδιασμένο, άχρηστο εργαλείο που τα φτύνει τόσο γρήγορα και με κρατάει ξάγρυπνη κάθε νύχτα (Σημείωση: τότε διαφημιζόταν με τα μπούνια και η θαυματουργή μπαταρία DURACEL)!
Βεβαίως, πέραν τούτου του βιτσιόζικου, κινέζικου βασανιστηρίου, ας μην ξεχνάμε και τη μανούλα που κάθε βράδυ, πριν τον ύπνο, με ρούμπωνε με ένα καρδαμωτικότατο βαρελοφλύτζανο ΝΟΥΝΟΥ εμπλουτισμένο με 18,5 κουταλιές της σούπας ζάχαρη έτσι για να πιει το “μωρό” να στουμπώσει, να μην μπορεί να σηκωθεί απ’το κρεβάτι και ν’αφήσει την λοιπή φαμίλια να κοιμηθεί με την ησυχία της. Μόνο πρησμένη ηρεμούσα κι έμενα ακούνητη τάβλα στο κρεβατάκι μου νιώθοντας όμως ανήμπορη δίχως έστω έναν μικρό τηλεκατευθυνόμενο γερανό για να με σηκώσει σε περίπτωση που έσκαγε μύτη μέσα απ’την ντουλάπα ή κάτω απ’το στρώμα η κακιά αρκούδα, γιατί όπως και να το κάνουμε, μικρούλα ήμουν... και την κακιά αρκούδα την έτρεμα καθότι ήξερα ότι δεν ήταν άλλη απ’τον τριχωτό, νευρικό κύριο που έμενε στο υπόγειο απέναντι ο οποίος κάθε πρωί βούταγε παιδάκια στον καφέ του και τα’τρωγε μαζί με φρυγανιές και μαρμελάδα Spin Span. Αυτό τουλάχιστον μου έλεγαν οι γονείς μου για να κάθομαι ήσυχη κι εγώ το μόγγολο τους πίστευα. Μόνο όταν άκουσα ότι πέθανε ο τριχωτός και τρομαχτικός εκείνος κύριος σταμάτησα να φοβάμαι. Λίγο αργότερα βέβαια λυπήθηκα γι’αυτόν... όχι απλά γιατί κατάλαβα ότι ήταν άνθρωπος αλλά γιατί όπως κατόπιν έμαθα έζησε και έφυγε μόνος. Έτσι σταματάτησα να φοβάμαι τις κακιές αρκούδες κι άρχισα να φοβάμαι τους κακούς ανθρώπους. Μόνο που αυτοί δεν είχαν σουβλερά δόντια και μάτια που έσταζαν αίμα για να τους ξεχωρίζω από μακριά...

Δύο Ομηρικά έπη και κάτι τέρμενα αργότερα, η παπαδοκόρη, που άλλη δουλειά δεν έκανε απ’το να σκούζει και να ωρύεται οληνυχτίς για το εργαλείο-τρεχαντήρι του φίλου της, παντρεύτηκε τελικά κι έφερε στον κόσμο ένα τρισχαριτωμένο αγοράκι. Έκτοτε ούτε οι τοίχοι σείονταν στο προσκεφάλι μου, ούτε άναρθρες κραυγές με ξυπνούσαν τις πρώτες και πιο γλυκιές ώρες του ύπνου μου. Και φυσικά εγώ απορώ κι εξίσταμαι: Γιατί μου το’καναν αυτό;;;!!! Κι εγώ τι θα κάνω τώρα που έχω εθιστεί στη φασαρία, στις αυτοσχέδιες κορώνες και στους πλέον ριψοκίνδυνους για τα ντουβάρια χτύπους που προέρχονταν απ’τον αθέατο κόσμο του διπλανού νοικοκυριού; Σιγή, μαυρίλα, νεκρίλα κι ένα ποτήρι κολλημένο στον τοίχο με το βαρύκωο αφτί μου ν’αφουγκράζεται τον γυάλινο πάτο του... Μετά απ’όλ’αυτά, σαν να μην έφταναν τα ανάγλυφα λουλουδάκια, οι φυλλωσιές και ο γενικότερος ανθομπλούμ διάκοσμος, οι ταπετσαρίες μας γέμισαν ξαφνικά και με κυκλικά σημαδάκια από στόμια νεροπότηρων! Όμως, αφού αλλάξαμε ταπετσαρίες κι ενώ είχα μόλις συνηθίσει να κοιμάμαι αποκλειστικά και μόνο υπό την ακριβοθώρητη παρουσία της απόλυτης σιωπής, το αγοράκι των δίπλα άρχισε να μεγαλώνει και δυστυχώς, όπως κάθε νορμάλ μωρό, αντί να ανακαλύψει την ποίηση, τη γιόγκα και τον διαλογισμό ανακάλυψε την ντουντούκα. Πανηγυρικό εγερτήριο, λοιπόν, επί καθημερινής βάσεως, στη μία και στις δύο η ώρα το πρωί αυστηρά... Έλεος κυρά παπαδοκόρη! Και λέω έλεος γιατί, φεύγοντας συντόμως απ’τον χώρο που μεγάλωσα και πηγαίνοντας να ζήσω στο δικό μου σπίτι, ξέρω ότι θα κοιμάμαι με ησυχία μεν, αλλά και με τη σκέψη πως όσο κι αν έλεγα ότι με έπνιγαν εκείνοι οι παλιοί και εκνευριστικοί- ενίοτε- οικογενειακοί τοίχοι, ήταν ποτισμένοι με τόσο ζεστά συναισθήματα και φυσικά τόσες αναμνήσεις που, εν τέλει, δεν θα μπορώ παρά να τις κουβαλάω μαζί μου, όπου κι αν πάω, για μια ολόκληρη ζωή.

posted under |

8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΖΩΗ ... ΓΕΜΑΤΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ , ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΥΡΩΔΙΕΣ ΣΑΝ ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΡΑΣΙ ( ΟΣΟ ΠΙΟ ΠΑΛΙΟ ΤΟΣΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ )
ΜΠΡΑΒΟ ΧΡΥΣΑ ΜΟΥ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ!!


:) SOPHIE

Ανώνυμος είπε...

Sigkinitiko Chrisoulaki mou!!
Penny

Ανώνυμος είπε...

Κάθε φορά μας στέλνεις βρε θηρίο!! Πώς εσύ που γράφεις αυτά θες και να δεις τον αντίχριστο??? Μήπως είσαι διχασμένη προσωπικότητα??? Όπως και να'χει, να'σαι καλά γιατί μας φτιάχνεις τη διάθεση...

ΥΓ : σαν να περιέγραφες την πολυκατοικία μου ήταν... τους ίδιους ήχους έχω να με ξυπνούν κάθε βράδυ!

Ακριβή.

Περι φιλου και... φτερου είπε...

Καλή μου Βιβή διχασμένη προσωπικότητα μπορεί να μην είμαι, πάντα φροντίζω όμως να δοκιμάζω κάτι προτού το απορρίψω... κι επειδή γνωρίζεις πολύ καλά τι εστί ηχομόνωση-πιτσίνι και με συμπονάς, θα σε πάρω μαζί μου στον κινηματογράφο για να γίνεις τα μάτια μου στις πιο τρομαχτικές σκηνές!

Πολλά φιλιά και στα τρία καλά κοριτσάκια.

Χ.Μ.

Γιάννης Κατσούλης είπε...

Πολύ έξυπνο, αστείο και καλογραμμένο το κείμενό σου Χρυσούλα. Με γύρισες αρκετά χρόνια πίσω, έζησα κι εγώ την δεκαετία του ’80, την όποια παρουσιάζεις πολύ εύστοχα όταν γράφεις «…την θεόκουλη δεκαετία που μεσουρανούσαν οι βάτες και οι ατάκες του τύπου «Μανούλι, είσαι να τη βρούμε;». Δυστυχώς ή ευτυχώς μένω ακόμη σε μια τέτοια πολυκατοικία, η οποία αν και δέχτηκε κατά καιρούς απανωτές πλαστικές επεμβάσεις, διατηρεί ακόμη την «αίγλη» της, μιας και η μούρη της όσο κι αν τραβήχτηκε προδίδει το γέρασμά της. Πολύ όμορφη και η αφήγηση στις αναδρομές σου στα χρόνια της αθωότητας (διαβάζεται με μια ανάσα). Καλή δύναμη για την συνέχεια.

Περι φιλου και... φτερου είπε...

Σ'ευχαριστώ για τις ευχές και τα καλά σου λόγια φίλε Γιάννη. Μίλησε η λησμονιά μιας ξένοιαστης εποχής που θα παραμείνει μια τρυφερή ανάμνηση.
Επίσης ξέρω ότι θα με καταλάβεις αν σου πω ότι "οι πολυκατοικίες μας μεγάλωσαν γερά παιδιά!"

Να είσαι καλά!

fragment είπε...

Έτσι σταματάτησα να φοβάμαι τις κακιές αρκούδες κι άρχισα να φοβάμαι τους κακούς ανθρώπους. Μόνο που αυτοί δεν είχαν σουβλερά δόντια και μάτια που έσταζαν αίμα για να τους ξεχωρίζω από μακριά...

άψογη περιεχόμενο και ωραία συνοχή ... ειλικρινέστατη ...

fragment είπε...

όσο κι αν έλεγα ότι με έπνιγαν εκείνοι οι παλιοί και εκνευριστικοί- ενίοτε- οικογενειακοί τοίχοι, ήταν ποτισμένοι με τόσο ζεστά συναισθήματα και φυσικά τόσες αναμνήσεις που, εν τέλει, δεν θα μπορώ παρά να τις κουβαλάω μαζί μου, όπου κι αν πάω, για μια ολόκληρη ζωή.

α.κ.ρ.ι.β.ώ.ς ...

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

Περί φίλου και... φτερού

Περί φίλου και... φτερού
Συντάκτρια: Χρυσούλα Μολογιάννη. E-mail: mologianni@gmail.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Παρακάτω αναφέρονται όλα τα εκδομένα βιβλία, τα σενάρια ταινιών, οι στίχοι και τα ποιήματα της Χρυσούλας Μολογιάννη

Recent Comments